Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Η ιστορία του. Κεφάλαιο 2. Οι παραδόσεις.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ – ΤΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΑΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

 

     1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

 

     Όπως αναφέραμε και στον πρόλογό μας δεν είμαστε οι πρώτοι που ασχοληθήκαμε με την καταγραφή της ιστορίας του χωριού μας. Κατά το παρελθόν και άλλοι συμπατριώτες μας είχαν ασχοληθεί με το ίδιο θέμα. Όπως θα δούμε, να μας λένε οι ίδιοι, η κυριότερη πηγή που είχαν αντλήσει τις πληροφορίες που κατέγραψαν, ήταν οι παραδόσεις. Αυτές οι παραδόσεις που μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά, από στόμα σε στόμα, με τις όποιες προσθήκες, παραποιήσεις ή προσθετό-αφαιρέσεις εδέχθησαν στο πέρασμα του χρόνου, έφθασαν στους κατάλληλους ανθρώπους. Αυτοί με γνώμονα την αγάπη τους για το χωριό μας κατέγραψαν όλα αυτά τα «ακούσματα» και έτσι μερικά από αυτά κατάφεραν να σωθούν.
     Αυτές τις παραδόσεις που μας παραχωρήθηκαν από έναν πρωταγωνιστή της καταγραφής αυτής, θεωρήσαμε ότι δεν ήταν μόνον καθήκον μας να τις ξανά-παρουσιάσουμε εδώ, αλλά και υποχρέωσή μας. Τούτο γιατί πέρα από τα όποια, άγνωστα τόσον σε εμάς αλλά πιστεύουμε και στους περισσότερους συμπατριώτες μας, ιστορικά - σημαντικά - στοιχεία που περιέχουν, για το χωριό μας, θα θέλαμε με τον τρόπο αυτό να τιμήσουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους, για το έργο τους και την προσφορά τους στην ιστορία του χωριού μας. Επειδή ακόμα μερικοί από τους συμβάλλοντας στην καταγραφή αυτή δεν υπάρχουν πια, νομίζουμε ότι μια αναδρομή στο έργο τους, θα ήταν ίσως ο καλλίτερος τρόπος απότισης φόρου τιμής για την μνήμη τους.
     Σε αυτό το σημείο θα θέλαμε να εκφράσουμε, για ακόμα μια φορά, την βαθιά μας εκτίμηση και τις θερμότερες ευχαριστίες μας στον κ. Νικόλαο Σάλαρη δικηγόρο εκ Καλλιανίου, ο οποίος παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, μας πρόσφερε τα λιγοστά κιτρινισμένα φύλλα της εφημερίδας στην οποία ήταν εκδότης. Από το κατεστραμμένο αρχείο ήταν τα λίγα που είχαν διασωθεί. Στην εφημερίδα αυτή, η οποία ξεκίνησε την έκδοσή της τον Φεβρουάριο του 1964 με το όνομα «Αδελφότης Καλλιανιώτων» και η οποία από τον Ιανουάριο του 1965, μετονομάστηκε σε «Ένωσις Καλλιανιωτών» μέχρι και το 1967, οπότε και έπαψε η έκδοσή της, είχαν εκδοθεί κάποια «κομμάτια» από την ιστορία του χωριού μας. Ήταν, καθόσον μπορέσαμε να εξακριβώσουμε, η πρώτη φορά που έγινε κάποια απόπειρα για την καταγραφή της ιστορίας του. Η συγκεκριμένη δημοσίευση, για την ιστορία του χωριού μας, ξεκίνησε από τον Ιούλιο του 1965 μέχρι και περίπου τον Απρίλιο του 1966.
     Παράλληλα με την προαναφερθείσα έκδοση, ένας άλλος πατριώτης μας και συγκεκριμένα ο κ. Κώστας Γ. Γεωργόπουλος από την Μπολέτα (σήμερα Μάκρης), χωριό κοντά στην Τρίπολη, συγκέντρωνε στοιχεία για την ιστορία του χωριού μας. Στην προσπάθειά του, για την καταγραφή του γενεαλογικού δέντρου της οικογένειας των Γεωργοπουλαίων, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, και οι οποίοι έχουν την ρίζα τους από το χωριό μας κατέγραψε κάμποσα στοιχεία, άξια και αυτά ιδιαίτερης προσοχής. Το έργο αυτό με τίτλο «ΑΡΚΑΔΙΚΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΘΡΥΛΟΙ», εκδόθηκε το 1968.
     Αν και ο κύριος πληροφοριοδότης, των δύο αυτών εκδόσεων, ήταν βασικά το ίδιο πρόσωπο εν τούτοις λόγω των διαφορών που υπάρχουν άξιζε νομίζουμε τον κόπο και έτσι συμπεριλάβαμε στην έρευνά μας και τις δύο μέχρι τώρα υπάρχουσες εκδόσεις. Ο κύριος και βασικός πληροφοριοδότης των δύο αυτών εκδόσεων ήταν κυρίως ο αείμνηστος Καλλιαναίος, Πάνος Παπαιωάννου. Ο Πάνος Παπαιωάννου είχε την καταγωγή του από το χωριό μας και διετέλεσε πολλά χρόνια, αγρονόμος στην Κοντοβάζαινα. Το επώνυμο αυτό έχει εκλείψει σήμερα από το χωριό, επειδή δεν έτυχε να υπάρξουν άρρενες απόγονοι από το εν λόγω γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας αυτής. Περισσότερα όμως στοιχεία και μια περαιτέρω διεξοδικότερη ανάλυση τόσον για τα επώνυμα του χωριού μας, όσον και την πιθανή καταγωγή τους, θα μας δοθεί η ευκαιρία να καταγράψουμε στο κεφάλαιο «ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΛΛΙΑΝΙΩΤΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ» που θα ακολουθήσει.
     Ακόμα κάποια περισσότερα στοιχεία που σκιαγραφούν μέρος της ιστορίας του χωριού μας, θα έχουμε την ευκαιρία να καταγράψουμε, στο κεφάλαιο αυτό, από μια τρίτη έκδοση, που πραγματοποιήθηκε και αυτή την δεκαετία του 1960, από τον γνωστό μας, αείμνηστο συγγραφέα Ν. Ι. Φλούδα, από το γειτονικό μας Βυζίκι, εκδότη των έργων, «Βυζικιώτικα» και «Νέα του Βυζικίου». Επίσης μερικά αποσπάσματα ακόμα, για το χωριό μας, θα δούμε και από μια τελευταία έκδοση με τίτλο «ΛΑΣΤΑ». Συγγραφέας του έργου αυτού ήταν ο  Ν. Λάσκαρης  από το χωριό, κοντά στην Βυτίνα, με το όνομα Λάστα. Το έργο αυτό είχε εκδοθεί την πρώτη δεκαετία του 1900.
     Παρ' ότι οι «παραδόσεις» όπως καταγράφονται και παρουσιάζονται από τους πρωταγωνιστές όλων αυτών των καταγραφών, δεν συμφωνούν απόλυτα με τα νεώτερα ιστορικά στοιχεία, εν τούτοις νομίζουμε ότι άξιζε τον κόπο να παρουσιαστούν εδώ γιατί μέσα σε αυτές θα βρούμε ακόμα και κάποια άλλα στοιχεία άξια προσοχής.
     Αλλά μην σας κουράζουμε περισσότερο με την εισαγωγή του κεφαλαίου και ας δούμε από κοντά τι έχουμε κληρονομήσει μέχρι σήμερα.

 

     2. ΤΙ ΥΠΗΡΧΕ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ


     Α. ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΝΩΣΙΣ ΚΑΛΛΙΑΝΙΩΤΩΝ»


     «Έτος 2ον - Αρ. φύλλου 13 (Ιούλιος 1965)

      ΚΕΦ. Αον

     «Μια μεγάλη δημιουργία της εφημερίδος μας - Η ιστορία του Καλλιανίου - Από κτίσεως του Καλλιανίου μέχρι νεωτέρων χρόνων. Επιμέλεια Ν. Κ. Σάλαρη δικηγόρου Αθηνών Και του επί της ύλης Πάνου Παπαιωάννου Συνταξιούχου δημοσίου Υπαλλήλου.

     ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΑΝΙΟΥ

     Ευγενής προσπάθεια, Ιστορικαί παραδόσεις τοποθεσία του Καλλιανίου, τοπωνύμιον Καλλιανίου και χρόνος κτίσεως.

     Ευγενής προσπάθεια
     Η διεύθυνσις της εφημερίδος Ένωσις Καλλιανιωτών κάμει μια ευγενή προσπάθεια να γράψη την ιστορία του χωριού μας Καλλιάνι. Αυτή η προσπάθεια είναι αξιέπαινη και μ’ ευρίσκει θερμόν συμπαραστάτην και βοηθόν, Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγον θέτω εις την διάθεσιν της εφημερίδος ό,τι ιστορικό κατέχω από παραδόσεις. Όποιος κατέχει τοιαύτα ιστορικά, είτε από πηγές της Ιστορίας είτε από παραδόσεις να αποστείλη εις την Διεύθυνσιν της εφημερίδος, διότι μετά την συλλογήν και δημοσίευσιν θα εκδοθή βιβλίον μετά φωτογραφιών περιλαμβάνον την ιστορία του Καλλιανίου από της κτίσεώς του μέχρι των νεωτέρων χρόνων.
     Θα μείνη εις τους παρόντας και μεταγενέστερους ως ένα ιστορικόν μνημείον του χωριού μας.

     Ιστορικαί παραδόσεις του Καλλιανίου
     Όλα τα πράγματα στον κόσμο, οργανικά ή ανόργανα μεταβάλλονται, καθώς είπε ο σοφός Ηράκλειτος «πάντα ρεί και ουδέν μένει» δηλαδή όλα υπόκεινται σε διαρκή ανανέωσι, αλλά η ανανέωσις μιας μικρής η μεγάλης κοινωνίας του χωριού η πόλης γίνεται χωρίς να γίνη αντιλιπτή, όπως τα νερά του ποταμού που συνεχώς ανανεώνονται και ημείς δεν τ’ αντιλαμβανόμεθα. Όταν όμως ένας απουσιάζει από το χωριό του, πολλά χρόνια, τότε βλέπει την μεταβολή. Είναι όπως ένας που βρίσκεται μέσα στο δάσος δεν δύναται να ίδη την θέα του δάσους, εάν όμως βγή έξω από το δάσος βλέπει την θέα αυτού.
     Θυμάμαι από παιδί τους γέροντας του χωριού μας. Ήσαν σοβαροί στην εμφάνιση, απλοί στους λόγους και στους τρόπους, στην ενδυμασία χωρίς επιτήδευση και τύπους. Φορούσαν φουστανέλες και τσαρούχια με μαύρη φούντα, στη μέση φορούσαν το σελάχι που έβαζαν μέσα την μαχαίρα τους, την μαντίλα τους, το πορτοφόλι τους, την καπνοσακούλα, τον πυριόβολο με την τσακμακόπετρα - στουρνάρι - και την ήσκα που άναβαν φωτιά, κτυπώντας τον πυριόβολο στο στουρνάρι, άναβε η ήσκα και μ’ αυτή το τσιγάρο και την φωτιά.
     Τους άρεσε να αφηγούνται διάφορες ιστορίες, που είχαν ακούσει από τους μεγαλύτερους για τους Τούρκους του εικοσιένα, τους παληκαράδες του χωριού, που έδρασαν στην επανάσταση και στα μετέπειτα χρόνια, για τα ξωτικά, για τους ντόπιους και τους φερτούς
     Αυτές τις ιστορίες είχα ακούσει από τους γέροντας του χωριού και από τον τον μακαρίτη πατέρα μου Παπαγιάννη που διετηρήθη εις την μνήμην του με ζηλευτή επιμέλεια, γιατί εγνώριζε την αξία τους.
     Γι’ αυτό ότι γράφω το επήρα ως επί το πλείστον από τις παραδόσεις αυτές.
     Ας είναι αιωνία η μνήμη των νεκρών αυτών που μας έδωσαν τις παραδόσεις αυτές και η θύμησις αυτή είναι μνημόσυνο για ευγνωμοσύνη και υπόδειγμα και δίδαγμα για τους παρόντας και επερχομένους.

     Τοποθεσία του Καλλιανίου
     Το Καλλιάνι είναι όμορφο και χαρούμενο. Έχει γραφικές ρεμματιές, δροσερές λαγκαδιές, καταπράσινες πλαγιές, ωραία υψώματα απ’ όπου χαιρετάς τον ήλιο, ανοικτόν και εκτεταμένον ορίζοντα, που βλέπεις την Ανατολή και Δύση του ηλίου, το μεγαλείον αυτό της φύσεως και υμνείς τον Θεόν.
     Είναι κτισμένο επάνω σε μια συνεχή λοφώδη έκταση που πιάνει από τα Σαλαρέϊκα και βγαίνει πιο πέρα από το Γεωργακεϊκα με μικρή στην αρχή πλαγερή κλίση που γίνεται περισσότερη στον Αγιάννη και στ’ άλλοτε κεραμιδοκάμινα.
     Ανωφερίζει στου Λουκά και Παίκου - Λοληά, του Ηλία Διαμαντόπουλου, περνά τα Παπαγιαννέϊκα και τα Παπαληέϊκα και τερματίζεται πιο πέρα από τα Κετσέϊκα.
     Τώρα τελευταίως αρχίζει να επεκτείνεται προς το Δημόσιο δρόμο, Αρφανόγιαννη - Κλαψή επάνω Κάμπο, νομίζω η τοιαύτη επέκτασις προς την Εθνική οδό Τριπόλεως  - Πύργου, είναι ωφέλιμος και προς τα εκεί πρέπει το χωριό να επεκτείνεται.
     Ο πληθυσμός σήμερα ανέρχεται περί τους 800 - 1000 κατοίκους και αποτελεί ιδίαν Κοινότητα ενώ άλλοτε απετέλει τον τέως Δήμον Τροπαίων. Το έδαφός του είναι γόνιμον, κατάλληλον δια δημητριακά, κτηνοτροφία, δενδροκομία, προπαντός ευδοκιμεί η εληά και η καρυδιά και προς τα εκεί πρέπει ως επί το πολύ οι κάτοικοι να στραφούν.
     Και επί Τουρκοκρατίας κυρίως κατά τον 18ον αιώνα το Καλλιάνι ήταν ένα από τα πολυπληθέστερα χωριά του τέως Δήμου Τροπαίων και τότε είχε γόνιμον γήν την οποίαν εζήλευον οι περίοικοι, γι’ αυτό είχε ανέκαθεν και πολλούς φερτούς.
     Ανέδειξε οπλαρχηγούς εις την επανάστασιν του 21, και κατέστη το ορμητήριον των τότε επιδρομών κατά των Τούρκων ΛΑΛΑΙΩΝ με στρατόπεδον του ΚΟΚΛΑ, το οποίον πάντοτε ανήκε εις το Καλλιάνι και όχι εις το ΡΕΝΕΣΙ  - ΚΑΣΤΡΑΚΙ ως εσφαλμένως ισχυρίζονται μερικοί νεώτεροι συγγραφείς εκ των χωρίων του τέως δήμου Τροπαίων.

     Το τοπώνυμιον Καλλιανίου και χρόνος κτίσεως.
     Κατά τους βυζαντινούς χρόνους 330 μ.Χ. - 1453 δεν υπήρχε η πληθώρα των σημερινών χωρίων της Αρκαδίας και ούτε κατά την εποχήν της κατοχής των Φράγκων.
     Τά πολλαπλά χωριά εκτίσθησαν μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων, ότε ήρχισαν να κτίζωνται συνοικισμοί εις τα διάφορα ως επί το πλείστον υψηλά μέρη με θέα, δια να δύναται οι κάτοικοι να παρακολουθούν τας κινήσεις του βαρβάρου κατακτητού.
     Δεν είναι εξηκριβωμένον ούτε είναι ορθόν ότι έλαβε την ονομασία το χωριό Καλλιάνιον ή Καλλιάνι από τον φράγκον Κάλανον, φονευθέντα εις το σημερινό Καλλιάνι ή Καλλιάνιον, διότι επί Φραγκοκρατίας ως ελέχθη δεν υπήρχαν πολλά χωριά εις την Αρκαδία, πολύ δε περισσότερον εις την τοποθεσίαν αυτήν που είναι το Καλλιάνι, διότι τότε ήσαν παρθένα δάση, το δε χωριό έγινε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ως εκθέτω κατωτέρω.
     Οι κατακτηταί καταλαμβάνοντας τους διαφόρους συνοικισμούς, τα διάφορα χωριά, τους έδιναν ιδικές τους ονομασίες, όπως Βερβίτσα, Αλβάνιτσα, Βρετεμπούγα, Ρένεσι κ.λ.π. Το Καλλιάνι όμως δεν υπήρχε κατά τους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας και δεν συμπεριελήφθη στις τουρκικές ονομασίες. Και απ’ αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι το χωριό κατά τους χρόνους της Φραγκοκρατίας δεν υπήρχε. Το Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ελευθερουδάκη το Παλαιόν και Νέον αναφέρει: Κάλιανη ή Καλιανή χωρίον του Νομού Κοζάνης, Καλλιάνο χωρίον του Ν. Τυρόλου της Ιταλίας, Κάλιανη Τσιφλίκι Μακεδονίας παρά τον Αλιάκμοναν ποταμό, Καλλιανέϊκα ορεινό χωρίον εις την επαρχίαν Οιτύλου του Ν. Λακωνίας, Καλλιανοί χωρίον του Ν. Ευβοίας, Καλλιάνοι Κορινθίας, Κάλλιανα χωρίον της Κύπρου, Κάλλιανη χωρίον της Κοινότητας Κορυφής του Ν. Θεσσαλονίκης μετονομασθέν Άλορος, Καλιάνη χωρίον κείμενον εις τον μυχόν της κοιλάδος σχηματιζομένης κατά τας Ανατολικάς υπωρείας της Ζήριας (Κυλλήνης). Αυτές οι ονομασίες σχεδόν ομοιάζουν με ολίγες παραλλαγές και ως προς την ορθογραφία, το Καλλιάνι όμως εις το Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ελευθερουδάκη γράφεται ως εμείς το γράφομεν Καλλιάνι. Δεν αποκλείεται, λόγω μετακινήσεων των Ελληνικών πληθυσμών κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, διάφοροι από τα ως άνω χωριά ήλθαν ως οικισταί εις το χωριό και θα επήρε το όνομα του χωριού των οικιστών τούτων.
     Με την σκέψη αυτή δεν ερχόμεθα εις αντίθεση με την παράδοση, διαφέρουμε κατά τούτο, ότι εμείς λέμε ότι δεν αποκλείεται να επήρε το όνομα του τόπου των οικιστών, η παράδοσις λέγει ότι επήρε το όνομα του οικιστού Γιαννίκου Κάλλιανη που ήλθε από το νησί της Μεσσηνίας και ήταν ο τέταρτος κατά σειράν κάτοικος του χωριού.
     Αυτός έκτισε σπίτι επάνω από του Παρασκευά και κάτω από του Γκολφέρη, Δήμου Μπουλούγαρη. Ο άνθρωπος αυτός, καθώς φαίνεται από τα αποτελέσματά του ήταν δυναμικός και με μυαλό. Απέκτησε πολλά παιδιά, τα οποία έλαβαν διάφορα επώνυμα. Ένας από αυτούς είχε πάρει γυναίκα από το Κακοσιάλεσι της Ολυμπίας και γι’ αυτό ωνομάσθη Κακοσιούλης και έγινε σιγά - σιγά Κοκοσιούλης. Ο Γεώργιος Γιαννικόπουλος ή Κοκοσιούλης υπήρξε χιλίαρχος - αξιωματικός υπό τον Κολοκοτρώνη.
     Κατ’ αυτόν τον τρόπον εξάγεται η ονομασία του χωριού μας. Ως είπαμε η θέσις που είναι σήμερα το χωριό ήταν μια δασώδης περιοχή με παρθένα δάση που την έλουζε ο ήλιος και την φώτιζε το φεγγάρι. Και η δασώδης αυτή κατάστασις ήταν προ 190 έως 200 χρόνια, ακριβώς τα χρόνια της ζωής του χωριού μας. Γιατί από τότε άρχιζε να κτίζεται το χωριό, οι δε πρώτοι κάτοικοί του ήσαν οι Σιαχαμέοι από το χωριό Κόκλα. Αυτοί ήσαν τρείς αδελφοί Παναγιώτης, Ηλίας και Νικόλαος, οι οποίοι ήσαν δυναμικοί και παλληκαράδες και τους λέγανε καπεταναίους. Γι’ αυτό και ο γέρο μακαρίτης ο Γέρο - Μπόβος Γεώργιος Ιωάννου Σάλαρης, έλεγεν ότι η μάνα του η Κοντίλω η πρώτη γυναίκα του πατέρα του Γέρο-Γιάννη-Σάλαρη, ήταν Καπετανοπούλα από τους Σιαχαμέους.
     Εφύγανε από του Κόκλα, διότι έπεσαν στην δυσμένεια του Αγά του Κόκλα, για πιο λόγο εδυσαρεστήθηκαν με τον ΑΓΑ η παράδοσις δεν μας διαφωτίζει. Πάντως καθ΄ ημάς η τοιαύτη μετώκησις οφείλεται εις την παλληκαριά τους που δεν επέτρεπε τας ταπεινώσεις.
     Οι τρείς αυτοί αδελφοί ήλθαν για τον λόγο αυτόν στην τοποθεσία του Καλλιανίου και έκτισαν τρία σπίτια του Τζιοβίλι που πάμε για την κάτω βρύση, σώζεται ακόμη, του Σουρλόγιαννη κάτω από του Παπαγιάνη, που κατεδαφίσθη και ανοικοδόμησαν τα δίδυμα του Κατσαλούκα και το τρίτο εις την αγορά που ανοικοδομήθη.
     Τέταρτος κατά σειράν κάτοικος ήταν ο Γιαννίκος Κάλλιανης από τον οποίον ως είπαμε επήρε το χωριό την ονομασία ΚΑΛΛΙΑΝΙ.

(Συνεχίζεται)
Εις το επόμενον: ΧΩΡΙΟΝ ΚΟΚΛΑ - ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΑ - και ΑΓΙΑΝΝΗΣ»
                 
     Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειές μας, για την ανεύρεση του επόμενου φύλλου της παρούσας έκδοσης, τόσον από τον διευθυντή και εκδότη Κον Νικόλαο Σάλαρη, όσον και εμάς προσωπικά, από την «ξεχασμένη κασέλα» κάποιου συμπατριώτη μας δεν καταφέραμε να το εντοπίσουμε για να σας μεταφέρουμε κάποια στοιχεία για το θέμα, «ΧΩΡΙΟΝ ΚΟΚΛΑ - ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΑ - και ΑΓΙΑΝΝΗΣ». Όμως κάποια στοιχεία για το αυτό θέμα θα μας δοθεί η ευκαιρία να καταγράψουμε στην συνέχεια του κεφαλαίου μέσα από κάποια άλλη έκδοση. Προς το παρών ας δούμε τι άλλο έχει γραφτεί για το χωριό μας μέσα από την «Ένωση Καλλιανιωτών».

     «Ετος 2ον - Αρ. φύλλου 15 (Οκτώβριος 1965)

     ΚΕΦ Γον

     Περίληψις προηγουμένων
     --------------------------------

     Εις τα προηγούμενα εγράψαμε για τις ιστορικές παραδόσεις και για το τοπωνύμιο του Καλλιανίου δηλαδή από πού πήρε την ονομασία Καλλιάνι και πως συνεκροτήθη σε χωριό.
     Είπαμε και για τους Σιαχαμέους που έφυγαν από το χωριό Κόκλα, γιατί έπεσαν στη δυσμένεια του Αγά και ήλθαν στη τοποθεσία που είναι σήμερα το Καλλιάνι. Το χωριό Κόκλα ήταν πρώτα και ύστερα το Καλλιάνι, εκεί ακόμα σώζεται ο Πύργος του Αγά εις το ύψωμα του Κόκλα και τον έχει ο Ληάς Κων. Διαμαντόπουλος, ως αργοτικό σπίτι. Όταν εδημιουργήθη το Καλλιάνι, πρό 200 χρόνια οι κάτοικοι, έφτιαξαν την Εκκλησία Αγιάννη, τη ανοχή του τότε Αγά Αρναούτογλου. Τι εμεσολάβησεν κατά την κατασκευή και μετά αναλυτικώς γράφομε εις το φύλλο υπ΄αριθ. 14. Πάντως το Καλλιάνι και η περιφέρειά του κατά τα χρόνια εκείνα ήταν γόνιμα, γι' αυτό ήλθαν και πολλοί ξένοι φερτοί.

     Η ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΦΕΡΤΙ ΚΑΙ ΟΙ ΦΕΡΤΟΙ ΣΤΟ ΚΑΛΛΙΑΝΙ - ΚΑΚΟΥΡΟΔΙΑΜΑΝΤΕΟΙ Ή ΣΑΜΑΡΕΟΙ

     Κατά την Τουρκοκρατία και τους μετέπειτα χρόνους ήκμαζε η Αγροτική Οικονομία, Όποιος είχε περισσότερα ζώα, αγελάδια, άλογα, πρόβατα, γίδια κ.λ.π. εθεωρείτο ο επικρατέστερος της εποχής Γαιοκτήμονας - τσιφλικάς. Όπως στο χωριό μας τότε οι Σκραμπέοι, ο Παϊκουλοληάς, οι Μπουλουγαραίοι, Γιαννικέοι κ.λ.π. Γι' αυτό από τα ορεινά μέρη εγένετο μετακινήσεις πολλών οικογενειών εις τα πεδινά - χαμηλά μέρη για να βρούν χωράφια προς καλλιέργεια. Τριάντα περίπου οικογένειες Κακουρο-Διαμαντέοι ή Σαμαρέοι ξεκίνησαν από τα Λαγκάδια να καταλάβουν το Χωριό.
     Επέρασαν από το Ρεκούνι, το σημερινό Λευκοχώρι, από τα' αμπέλια της Αλβάνιτσας - σημερινό Σταυροδρόμι γιατί τότε από εκεί επήγαινε ο δρόμος, κατέβηκαν στο κεφαλάρι της "Γούρνα" με κατεύθυνση προς τον Επάνω Κάμπο για το Χωριό. Οι Καλλιανέοι ανησύχησαν και βγήκαν στα Κοτρώνια που κατεβαίνουμε για την Γούρνα. Από το υψηλό αυτό μέρος οι Καλλιανιώτες άνδρες, γυναίκες και παιδιά με τις πέτρες και τους καριοφυλιάδες τους επετέθησαν, δεν τους άφησαν να ανέβουν προς τον Επάνω Κάμπο, για το χωριό και τους ανάγκασαν να πάρουν τη ρεματιά.
     Αυτοί δια μέσου της Ξεριάς φθάσανε στην τοποθεσία που λέγεται και σήμερα Φέρτι εις τον Άγιο Δημήτρη από το Φερτοί δηλαδή ξένοι που ήλθον από άλλο μέρος και κατώκησαν εκεί. Εις το μέρος αυτό οι οικογένειες αυτές εγκατεστάθησαν.
     Τότε οι Καλλιανιώτες αρματωθήκανε και ήθελαν να πάνε να τους διώξουν από το μέρος αυτό. Πρίν ξεκινήσουν παρεμβαίνει ο ΓΕΡΟ - ΓΙΑΝΝΙΚΟΣ σεβαστός γέρων που ενέπνεε σεβασμό και εκτίμηση και τους λέγει "Ακούστε ρέ Καλλιανιώτες και μένα και μετά κάνετε ό,τι θέλετε. Δεν πρέπει ρέ να τους διώξουμε τους φερτούς , αλλά να τους φέρουμε στο χωριό, να τους δώσουμε έπο,  να πάρουμε γυναίκες από αυτούς και να τους δώσουμε γυναίκες εις αυτούς για να μεγαλώση το χωριό μας και να ζήσουμε καλά".
     Κανένας δεν έφερε αντίρρηση, κατέβασαν κάτω τα' άρματά τους και συμορφωθήκανε με την συμβουλή του ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΙΚΟΥ.
     Από αυτούς έγινε η συνοικία ΚΑΚΟΥΡΕΙΚΑ που θα δούμε εν συνεχεία.

     (Συνεχίζεται)»

     «Έτος 2ον - Αρ. φύλλου 16 (Νοέμβριος 1965)

     ΚΕΦ Δον

     Περίληψις προηγουμένων
     -------------------------------

      Τα προηγούμενα θα τα διαβάσατε εις τα υπ' αριθ. 13 - 14 -και 15 φύλλα της Εφημερίδος μας. Εάν δεν τα έχετε να μας γράψετε να σας τα στείλουμε. Ως είπαμε οι Κακουρο Διαμαντέοι ή Σαμαρέοι ήλθαν από Λαγκάδια και εγκατεστάθησαν στο χωριό από το Γερογιαννίκο, όστις ήθελε να μεγαλώση το χωριό. Και άλλοι είναι φερτοί, αλλά εις άλλο φύλλο της Εφημερίδος θα ασχοληθούμε, για να συμπληρώσουμε τις πληροφορίες μας.
      Όποιος ξεύρει από παράδοση ή από διάφορα βιβλία, ιστορίες για το χωριό να μας γράψη. Είναι μεγάλη τιμή για όλους μας η Ιστορία του χωριού μας. Είμαι υποχρεωμένος να εξάρω την μεγάλη συμβολή του συμπολίτου μας κ. Πάνου Παπαϊωάννου που χωρίς τις ιστορικές του Συλλογές δεν θα κάναμε τίποτε.

     ΑΓΙΩΡΓΗΣ Ή ΤΟΥΜΠΙ ΠΟΔΗΜΑΤΑ

     Στο χωριό μας υπάρχουν πολλές Ιστορικές τοποθεσίες που μας έχουν δώσει εκάστοτε διάφορα αρχαία ευρήματα, αλλά κανένας μέχρι τούδε δεν ενδιεφέρθη, για να τις εξετάση η αρμοδία Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσον η παράδοσις συμφωνεί με την πραγματικότητα. Τώρα που εμείς κάνουμε νύξι παρακαλούμε την αρμοδία Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας να εξετάση την περιφέρεια ΤΟΥΜΠΙ - ΠΟΔΗΜΑΤΑ - ΚΑΛΛΙΑΝΙΟΥ ΓΟΡΤΥΝΙΑΣ.
     Μία ώρα προς δυσμάς του χωριού μας στην τοποθεσία ΑΓΙΩΡΓΗΣ ή ΤΟΥΜΠΙ, η παράδοσις λέγει, ότι υπήρχε κάποτε πόλις ή χωριό ΠΟΔΗΜΑΤΑ. Σήμερα οι κάτοικοι του χωριού ονομάζουν ΠΟΔΗΜΑΤΑ το άλλο ύψωμα Ανατολικά του ΑΓΙΩΡΓΗ τα ΚΟΥΠΙΑ ως τον ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΝ ΔΡΟΜΟΝ που πηγαίνει για την τοποθεσία ΚΑΡΙΕΣ. Κακώς όμως γιατί του ΠΟΔΗΜΑΤΑ είναι στον ΑΓΙΩΡΓΗ ή ΤΟΥΜΠΙ που βρίσκονται δύο υψώματα τα οποία η παράδοσις φέρει ως αρχαίους Τύμβους και όχι ως φυσικά υψώματα. Την ονομασία ΠΟΔΗΜΑΤΑ την επήρε η τοποθεσία αυτή γιατί οι καλλιεργηταί του ΚΑΜΠΟΥ ήσαν υποχρεωμένοι, για να έλθουν στο χωριό να ανηφορίσουν το ΣΤΕΝΟ, όπου υπήρχε μέχρι τελευταία μια πέτρινη βρύση. Κουρασμένοι από τον ανήφορο εκάθηντο στην τοποθεσία αυτή για να ξεκουρασθούν και ως ήτο φυσικόν έβγαζαν τα παπούτσια των - υποδήματά των και ετίναζαν τις λάσπες και τα χώματα που είχαν κολλήσει από την διαδρομή. Γι' αυτό ωνομάσθη ΠΟΔΗΜΑΤΑ.
     Τα δύο υψώματα που αναφέραμε δεσπόζουν του κάμπου του Ρακοβουνίου, της Πισοσκίας του Πλατάνου και του Κόκλα. Είναι πράγματι μια τοποθεσία μαγευτική.

     (Συνεχίζεται)»

     «Έτος 2ον - Αρ. φύλλου 17 (Δεκέμβριος1965)

     ΚΕΦ. Ε’

     περίληψις προηγουμένων
     -----------------------------------

     Υπενθυμίζομεν στους αναγνώστες μας, ότι για ν’ αντιληφθούν την ιστορίαν του Καλλιανίου πρέπει να παρακολουθούν τα φύλλα της εφημερίδος συνεχώς. Όσοι δεν έχουν τα προηγούμενα φύλλα της εφημερίδος μας είμεθα πρόθυμοι να τους τα αποστείλουμε.
     Γιατί ο σκοπός μας είναι πατριωτικός και μορφωτικός.
     Είπαμε προηγουμένως, ότι η περιφέρεια ΑΓΙΩΡΓΗΣ ΠΟΔΗΜΑΤΑ και τα δύο λοφοειδή υψώματα στο ΤΟΥΜΠΙ εμφανίζουν αρχαιολογικόν ενδιαφέρον. Η τοποθεσία ΠΟΔΗΜΑΤΑ ωνομάσθη, γιατί οι γεωργοί κουρασμένοι, από τον ανήφορο του κάμπου, ως να βγούν στο ΤΟΥΜΠΙ, εκάθηντο να ξεκουραστούν στο ΤΟΥΜΠΙ και εκεί έβγαζαν από τα χώματα και λάσπες, και απ’ αυτό πήρε την ονομασία ΠΟΔΗΜΑΤΑ.

     ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΩΡΓΗ ‘Η ΤΟΥΜΠΙ

     Τα δύο λοφοειδή υψώματα εις το ΤΟΥΜΠΙ δεν αποκλείεται να είναι αρχαίοι τάφοι τύμβοι. Ποίος ξέρει; Εν πάση περιπτώσει εμείς έχουμε υποχρέωσιν να επισημάνουμε τα αρχαιολογικά μέρη επί τη βάσει των παραδόσεων και πληροφοριών και πιο πέρα είναι καθήκον των αρμοδίων.
     Δεν αποκλείεται το ενδιαφέρον της ερεύνης να εκδηλωθεί υπό των μεταγενέστερων εις εποχήν κατά την οποίαν ημείς δεν θα δυνάμεθα να υπάρχουμε. Οι γραμμές αυτές θα υπάρχουν για τους παρόντας και μεταγενέστερους είναι αθάνατες και αιώνιες.
     Εκεί στον ΑΓΙΩΡΓΗ στα παληά και νεώτερα χρόνια οι ζευγολάτες οργώνοντας τα χωράφια τους με το βοϊδάλετρο, έφερναν στην επιφάνεια με το υνί του αλετριού διάφορα χωμάτινα - ευρήματα, λυχνάρια, φλυτζάνια, λαϊνια φέροντα απ’ έξω αγκυλωτό σταυρό. Επίσης το υνί έφερνε στην επιφάνεια θεμέλια σπιτιών και διαφόρους τάφους.
     Οί τάφοι ήσαν κτισμένοι και σκεπασμένοι με πλάκες, μέσα ήσαν ασβεστωμένοι και περιείχαν οστά ανθρώπων μεγάλου αναστήματος. Ένα τέτοιο τάφο ηύρε ο πατέρας του μακαρίτη Παπαγιάννη - Κοτσή και παππούς του Πάνου Παπαϊωάννου. Τι ηύρε στο τάφο στο επόμενοι φύλλο.

     (Συνεχίζεται)»

     «Έτος 2ον - Αρ. φύλλου 18 (Ιανουάριος 1966)

     ΚΕΦ. Ζ’

     ΤΑΦΟΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΙ ΣΚΕΛΕΤΟΙ ΣΤΟΝ ΑΓΙΩΡΓΗ Ή ΤΟΥΜΠΙ

     Στην περιφέρεια του ΑΓΙΩΡΓΗ - ΤΟΥΜΠΙ όπως την λέμε, φαίνεται ότι κάποτε υπήρχε χωριό ή πόλις. Τον χρόνον όμως δεν μπορούμε να προσδιορίσουμεν, αυτός ανήκει στον αρχαιολόγον εκείνον, όστις κάποτε θα ερευνήση την περιφέρεια αυτή. Και τούτο το συμπέρασμα το βγάζουμε από τα διάφορα ευρήματα και μνημεία που ευρέθησαν εκεί κατά διαφόρους εποχάς ήτοι πήλινα λυχνάρια φλυτζάνια πιθάρια με αγκυλωτό σταυρό, θεμέλια σπιτιών και τάφοι με ανθρώπινα οστά. Όταν ήταν μικρός μας γράφει από την Κοντοβάζαινα, ο Πάνος Παπαϊωάννου, ο ενθουσιώδης αυτός πατριώτης που πρόθυμα και αυθόρμητα μας παρέχει πολύτιμα στοιχεία για την Ιστορία του Καλλιανίου, επήγε στο παππού του τον Γέρο - Κοτσή προ πενήντα σχεδόν χρόνια από σήμερα, φαγητό στο χωράφι τους στον ΑΓΙΩΡΓΗ που έσπερνε. Εκεί το βοϊδάλετρο αυλάκωνε το χωράφι το υνί κάπου σκάλωσε, ηύρε δηλαδή εμπόδιο και δεν προχωρούσε, όπου ο Γέρος πήρε τον κασμά και έσκαψε για να διώξη το εμπόδιο. Ευρέθη όμως πρό μιας καταπλήξεως. Στο βάθος ευρίσκετο τάφος κτισμένος με πλάκες και ασβέστι. Και όταν άνοιγε τις επάνω πλάκες ηκούσθη κρότος οστών και εν συνεχεία ενεφανίσθη, ένας σκελετός ανθρώπου.
     Τότε επήρε ο Γέρο Κοτσής το καλάμι του ποδιού του, δηλαδή την κνήμη και το μέτρησε μέχρι τη μέση του και από τη μέση προς το κεφάλι και περίσσευε αρκετά και είπε "βρέ τον κερατά πόσος ήταν !" σημειωτέον, ότι ο Γέρο - Κοτσής ήταν μετρίου αναστήματος. Στο μέρος αυτό και σήμερα ευρίσκονται διάφορα ευρήματα.
     Στο επόμενον φύλλον τα ΛΟΥΤΡΑ στο ΣΤΕΝΟ.

     (Συνεχίζεται)»

     «Έτος 2ον - Αρ. φύλλου 20 (Μάρτιος 1966)

     ΚΕΦ. Ή

     ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΑΓΙΩΡΓΗΣ

     Πρίν κτιστή στο χωριό η Εκκλησία ΑΓΙΩΡΓΗΣ οι κάτοικοι εκκλησιαζότανε εις το εκκλησάκι  ΑΓΙΑΝΝΗΣ που αριθμεί περί τα 200 χρόνια. Στα προηγούμενα είπαμε, ότι το εκκλησάκι αυτό εκτίσθη τη ανοχή του τότε Αγά Αρναούτογλου, ο οποίος δεν ήτο κακός με τους χριστιανούς.
     Το ιστορικόν εν λεπτομερεία του ΑΓΙΑΝΝΗ θα το βρήτε εις το φύλλον 25 Αυγούστου 1965 της Εφημερίδος μας. Μέχρι του 1858 και 1860 η Εκκλησία του Καλλιανίου ήταν ο ΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κατά τον χρόνον αυτόν εκτίσθη η εκκλησία ΑΓΙΩΡΓΗΣ και αυτό το εξάγουμε από το γεγονός ότι όταν εκτίσθησαν οι τοίχοι πέρασε από το χωριό ένας οικοδόμος από την Ήπειρο, είπε στους Καλλιανιώτας, ότι αναλαμβάνει αυτός να την κατασκευάση Βυζαντινού ρυθμού με εγγύησιν για 50 χρόνια, για να αποφύγουν τα κεραμίδια.
     Ενώ εγένετο η συζήτησις έξω από την Πλατεία της Εκκλησίας εκείνη τη στιγμή έλαβαν μέρος στη συζήτησι δύο προύχοντες του χωριού ο Κων/νος Γιαννικόπουλος ή Σιέτος και ο Παϊκουλολιάς και ο μέν Σιέτος να γίνη όπως έχει, διότι την ήθελε Βασιλικού, ο δε Παϊκουλολιάς επέμενε να γίνη με θόλους Βυζαντινού ρυθμού. - Τέλος υπερίσχυσεν ο Σιέτος διότι ούτος είχε μεγαλειτέρα επιβολή στο χωριό την εποχή εκείνην. Και έτσι από το 1858 εκκλησιάζεται το χωριό εις τον ΑΓΙΩΡΓΗ.

     (Συνεχίζεται)»

     «Έτος 2ον - Αρ. φύλλου 21 (Απρίλιος 1966)

     ΚΕΦ. Θ’

     ΟΙ ΒΡΥΣΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

     Το χωριό Καλλιάνι από τα παληά χρόνια ως η παράδοσις μας λέγει έπαιρνε νερό από την επάνω βρύση που φαίνεται να υπήρχε πριν εγκατασταθή ο ΑΓΑΣ στο Καλλιάνι. Ήταν μια μικρή δεξαμενή με μια προεξοχή για να προφυλάση τον κόσμο από τη βροχή. Το χωριό μεγάλωνε, γιατί είχε πολλούς φερτούς, από το έφορο έδαφός του, ως είπαμε στα προηγούμενα φύλλα μας. Γι' αυτό κατασκεύασε και την κάτω βρύση η οποία ήταν καλίτερη της απάνω βρύσης, είχε καρούτες για τα ζώα και σωλήνες για τα βαρέλια και προεξοχή θολωτή για την βροχή. Το νερό όμως της απάνω βρύσης ήταν καλύτερο από της κάτω. Κατά τους νεώτερους χρόνους από το 1925 και εντεύθεν το χωριό έπαιρνε νερό προ παντός κατά τους θερινούς μήνας από το κεφαλόβρυσο Γούρνα που απέχει περί την μία ώρα, και το κουβαλούσαν οι γυναίκες με βαρέλια στη πλάτη, όσοι δε είχαν ζώα με τα ζώα τους. Ταλαιπωρία και κούρασις. Καθημερινώς συνεζητείτο στα μαγαζιά το ζήτημα του νερού και ο καθένας πρότεινε και μια λύση.
     Ο Γεραγγελής - Αγγελής Σταυρόπουλος - είχε προτείνει να φέρουν το νερό του Χαλινού στο χωριό με καλάμια. Και όμως η φαντασία του Γεραγγελή έγινε πραγματικότης τα καλάμια έγιναν σωλήνες και το νερό ήλθε στο χωριό, προς τιμήν εκείνων που εργάσθησαν.

     (Συνεχίζεται)»

     Η πραγματικά σπουδαία και πλούσια αυτή εξιστόρηση των διαφόρων γεγονότων που έγιναν κατά το παρελθόν στο χωριό μας, σταματάει εδώ. Δυστυχώς, όπως προαναφέραμε δεν κατέστη δυνατόν να ευρεθούν περισσότερα στοιχεία από την εν λόγω έκδοση
     Αλλά στο σημείο αυτό, ας δούμε την επόμενη καταγραφή. Αυτή που όπως είπαμε έγινε, από τον Κώστα Γ. Γεωργόπουλο από την Μπολέτα της Τρίπολης.

     Β. ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΑΡΚΑΔΙΚΟΙ ΘΡΥΛΟΙ»


     «….Ολίγον προ της επαναστάσεως το 1821 - δεν ηδυνήθην να το εξακριβώσω - ο Φίλιππος Φιλιππόπουλος από το χωρίον Καλλιάνι της Γορτυνίας καταδιωχθείς υπό των Τούρκων, διότι εφόνευσε τον Τούρκον του χωρίου, επειδή προηγουμένως του είχε πειράξει την γυναίκα, έφυγε δια νυκτός. Πήρε την γυναίκα του, της οποίας δεν εξηκρίβωσα το όνομα και τρία αγόρια του, τον Γεώργιον, τον Πέτρον και τον Θωμάν και τέσσερα κορίτσια του, την Αργύρω, την Αγγέλω, την Πηνελόπην και την Φωτεινήν και μετά πολλάς περιπλανήσεις αρκετών ημερών, κινούμενος πάντοτε δια νυκτός, ήρθε εις το χωρίον (Μπολέτα) Μάκρην και κατώκησε σε μια καλύβα όπου σήμερον είναι κτισμένο το σπίτι του Θανάση Γεωργόπουλου....». (Κώστα Γ. Γεωργόπουλου Αρκαδικοί Οικογενειακοί Θρύλοι. Τρίπολις 1968. Σελ. 9).
     «....Ο Πάνος Παπαιωάννου, είχεν ακούσει από τον πατέρα του Παπαγιάννην το γένος Γιαννικοπούλου ότι γενάρχης των ήτο ο Γιαννίκος Κάλλιανης από το Νησί της Μεσσηνίας με πολλά παιδιά και ήρθε στο Καλλιάνι.
     Η δική μου εξήγησις για την μετακινησίν του ήταν η εξής. Πιθανόν ο Γιαννίκος Κάλλιανης να ήτο Τσοπάνης και το καλοκαίρι να ανέβαινε με το κοπάδι του στα ορεινά και βρήκε τον τόπον κατάλληλον και κάθισε οριστικά.
     Πιθανόν επίσης να ήρθε εις ρήξιν με κανέναν Τούρκο και αναγκάσθηκε να φύγη και να έρθη σε μακριό μέρος όπου και εγκατεστάθη στο Καλλιάνι, στο οποίον έδωσε και το όνομά του.
     Αποκλείεται απολύτως να έγινε μετακίνησις πρός το Καλλιάνι δι΄ εμπορικούς σκοπούς ή δι΄ εξεύρεσιν εργασίας όπως γίνεται τώρα που φεύγουν οι άνθρωποι και πηγαίνουν εις εμπορικά κέντρα.
     Μένει να εξακριβώσω αν εις το Νησί Καλαμών υπάρχει τώρα οικογένεια με το όνομα Κάλλιανη.
     Πράγματι ευρέθη ότι υπήρχε εις το Γυμνάσιον Νησίου μαθήτρια με το όνομα Κάλλιανη, της οποίας η οικογένεια μετεκινήθη προς Αθήνας. Είναι τόση η κίνησις του πληθυσμού εσχάτως ώστε δεν δύναται κανείς να παρακολουθήση τις κινήσεις των μετακινουμένων. Δεδομένου, δε ότι το όνομα Κάλλιανης δεν είναι από τα συνήθη άγεται ασφαλώς τις εις το συμπέρασμα ότι ο Κάλλιανης, από τον οποίον πήρε το όνομα το χωριό Καλλιάνι, προήρχετο ασφαλώς από το Νησί Μεσσηνίας.
     Από τις άλλες εκδοχές γιατί ο Γιαννίκος Κάλλιανης ήρθε και εγκατεστάθη στο Καλλιάνι και οι δύο είναι πιθανές. Από τον αριθμόν όμως των μελών της οικογένειας που ήταν πολυμελής γιατί μόνον ποιμενικές οικογένειες συνήθως είναι πολυμελείς άγομαι να δεχθώ ότι εγκατεστάθη εις Καλλιάνι διότι το έδαφος ήτο κατάλληλον για πρόβατα.
     Ο Γιαννίκος Κάλλιανης έφερε μαζί του τα εξής παιδιά:
 1) τον Γεώργιον ο οποίος πήρε το επώνυμον από τον πατέρα του τον Γιαννίκον και ωνομάσθη Γεώργιος Γιαννικόπουλος και κατά την επανάστασιν του 1821 ήτο αξιωματικός όπως η παράδοσις μας τον φέρει. Εις τα αρχεία όμως τα ιστορικά της Επαναστάσεως παρ΄ όλες τις έρευνές μου δεν ηδυνήθην να το εξακριβώσω. Ο Γεώργιος Γιαννικόπουλος φέρεται και ως Κοκοσιούλης διότι κατά την παράδοσιν πάλιν είχε πάρει γυναίκα από τον μικρόν συνοικισμόν Κακοσούλι που βρίσκεται εις τα σύνορα Αρκαδίας Μεσσηνίας και ακριβώς απέναντι από τα Δερβένια και από το Κακοσούλι κατά παραφθοράν ωνομάσθη και Κοκοσιούλης.
2) τον Φίλιππον ο οποίος ήρθε στο Μπολέτα και θεωρείται ως γενάρχης μας με το όνομα Φιλιππόπουλος.
3) τον Σταύρον
4) τον Νικόλαον
5) τον Κώτσιον εξ΄ ού έλκονται οι Κωτσιουραίοι και
6) τον Κωνσταντίνον.
     Έχομεν λοιπόν από τον Γιαννίκον Κάλλιανην τους εξής κλάδους:
1) τους Γιαννικοπουλέους ή Κοκοσιουλαίους,
2) τους Κωτσιουραίους τους απογόνους του Κώτσιου,
3) τους Νικολακοπουλαίους τους απογόνους του Νικόλα,
4) τους Σταυροπουλαίους τους απογόνους του Σταύρου και
5) τους απογόνους του Κωνσταντίνου Γιαννικόπουλου και είναι οι Παπανικολάου και Παπαιωάννου.
     Έως εδώ εξηγείται ότι ο Φίλιππος που ήρθε στη Μπολέτα με τα παιδιά του εζούσε σε μια οικογένεια η οποία δεν έπαιρνε προσβολή κα είναι βάσιμον πλέον ότι αυτός εσκότωσε τον Αγάν του χωριού και έφυγε δια νυκτός και συνεχίζεται και στις μετέπειτα γενεές ότι όλοι μας ζούμε με ανεπτυγμένο το φιλότιμο. Από αφηγήσεις του Πάνου φαίνεται πώς ο Γιαννίκος Γιαννικόπουλος ήταν ζωηρό στοιχείο και με διπλωματικήν ικανότητα. Γι΄ αυτόν διηγούνται τα εξής.
     Αγάς του χωριού ήταν ο Αρναούτογλου με τον οποίον ο Γιαννικόπουλος διετήρει αγαθάς σχέσεις και στενήν συνεργασίαν.
     Κάποτε κατηγγέλθη ο Αγάς εις Πασαλίκι ότι υποστρίζει τους Γκιαούρηδες και φτιάνει την εκκλησία όταν εκτίζετο ο Αγιάννης στο Καλλιάνι.
     Τότε ο Αγάς εκάλεσε τον Γιανικόπουλον και του είπε ότι το χωριό μας έχει προδότες, αλλά ο Γιαννίκος με την διπλωματικήν του ικανότητα απέδειξε ότι είναι όλοι φίλοι.
     Εις το Καλλιάνι είναι μια τοποθεσία που ονομάζεται Φέρτι. Τριάντα περίπου οικογένειες από τα Λαγγάδια κατέφυγον εκεί με σκοπόν να καταλάβουν το Καλλιάνι, αλλά τους κυνήγησαν οι Καλλιαναίοι, πήραν τη ρεματιά που είναι το ποτάμι το Λαγγαδινό και εγκατεστάθηκαν εις την τοποθεσίαν Φέρτι, δηλαδή Φερτοί. Οι Καλλιαναίοι απεφάσισαν να τους εκδιώξουν και από εκεί. Τότε επενέβη ο Γιαννίκος και είπε να μην τους διώξουμε αλλά να τους φέρουμε στο χωριό μας και να τους δώσουμε τόπον να χτίσουν σπίτια να κάνουμε και συμπεθεριά μαζί τους και η συνοικία αυτή λέγεται Κωτσιουρέϊκα σήμερα.....». (Κώστα Γ. Γεωργόπουλου Αρκαδικοί Οικογενειακοί Θρύλοι. Τρίπολις 1968. Σελ. 213 - 217).
     «….Το παρόν οικογενειακόν βιβλίον περιλαμβάνον την εξέλιξιν των απογόνων του Φιλίππου Φιλιπποπούλου από το Καλλιάνι της Γορτυνίας και εγκατασταθέντος εις το χωρίον Μπολέτα, νύν Μάκρη, προ της επαναστάσεως του 1821 (σελ. 3 του ιδίου) δεν θα το βρείτε σε κάποιο βιβλιοπωλείο ή κάποια δημόσια βιβλιοθήκη. Προσωπικά μας το πρόσφερε ο απόγονος του Κώστα Γ. Γεωργόπουλου Κος Δημήτριος Κ. Γεωργόπουλος (υιός του συγγραφέα) από την οικογενειακή τους συλλογή με την εξής αφιέρωση:
     «Αφιερώνεται στον Κων/νο Κοκκοσούλη για την έρευνα που κάνει για τις ρίζες της οικογένειας» 12-7-2000 – Δ. Κ. Γεωργόπουλος.
     Προσωπικά μέσα από το κεφάλαιο αυτό, θα θέλαμε επίσης να εκφράσουμε τις θερμότερες ευχαριστίες μας, στον Κον Δημήτριο Κ. Γεωργόπουλο, για την δωρεά του βιβλίου του πατέρα του.

     Γ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ «ΝΕΑ ΤΟΥ ΒΥΖΙΚΙΟΥ 1960 – 1966»


     Η εν λόγω έκδοση, όπως και το όνομά της αφήνει να εννοηθεί, πρόκειται για μια έκδοση που είχε κάνει στην ανωτέρω χρονολογική περίοδο ο αείμνηστος Ιστορικός Ν. Ι Φλούδας από το γειτονικό μας Βυζίκι. Από την εν λόγω έκδοση σας μεταφέρουμε ότι σχετικό έχει καταγραφεί για το χωριό μας.
     Από την έκδοση αυτή θα αρχίσουμε με ένα θέμα που αφήσαμε τρόπον τινά αδιευκρίνιστο, από τις προηγούμενες εκδόσεις και είναι σχετικά με την ιστορία της εκκλησίας του χωριού μας, του «ΑΓΙΑΝΝΗ». Έτσι λοιπόν από το φύλλο 24 τον Ιούνιο του 1962 αντιγράφουμε:

     «ΚΑΛΛΙΑΝΙΩΤΙΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

     Ο Αγάς του Καλλιανίου Αρναούτογλου ολίγον προ της Επαναστάσεως του 21 από αγάπην πρός τους ραγιάδες Καλλιανιώτας, έκτισεν εντός του χωρίου τον ναόν του Αγίου Ιωάνου του Προδρόμου, όστις σώζεται μέχρι σήμερον, προς εκπλήρωσιν των θρησκευτικών καθηκόντων κλπ, παρά τας αυστηράς διαταγάς του Διοικητού της Τριπόλεως.
     Κάποιος όμως κατήγγειλε τούτο εις τον Διοικητήν Τρπόλεως, όστις απέστειλεν έφιππον στρατιωτικόν απόσπασμα εις Καλλιάνι προς εξακρίβωσιν της αληθείας με επικεφαλής αξιωματικόν. Την προδοσίαν όμως επληροφορήθη εγκαίρως ο Αρναούτογλου και διέταξε να γεμίσουν την εκκλησίαν άχυρα, κατέστρεψε δε εν τω μεταξύ και την κόγχην (αχηβάδα) του ιερού του ναού αυτού.
     Το ενεργήσαν την αυτοψίαν απόσπασμα επληροφορήθη από τον ίδιον τον Αρναούτογλου, ότι οι ραγιάδες οικοδόμησαν σταύλον δια τα άλογα και αχυρώνα και ουχί ναόν ως κακώς τον εκατηγόρησαν εις τον Διοικητήν του.
     Ιδόν το απόσπασμα τον αχυρώνα και πεισθέν από τα λεγόμενα του Αρναούτογλου, ανέφεραν εις τον Διοικητήν εις Τρίπολιν, ότι ο Αγάς Αρναούτογλου, «κακώς κατηγορείται».
     Έτσι κατερρίφθη η κατηγορία και ο Τούρκος Αγάς αντί να θυμώση κατεσκεύασε πάλιν την κόγχην του ιερού και μετέτρεψε τον προσωρινόν αχυρώνα εις ναόν του Κυρίου, εις τον οποίον ελειτουργούσαν οι Χριστιανοί δούλοι του.
     Ο ναός αυτός διετηρήθη έκτοτε ως καθεδρικός του χωρίου μέχρι το 1870, ότε ανηγέρθη εκ θεμελίων ο ναός του Αγίου Γεωργίου, όστις κατέστη τοιούτος, του ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου παραμένοντος μέχρι σήμερον παρεκκλησίου». (Ν. Ι. Φλούδας. Νέα του Βυζικίου. Ιούνιος 1962. Φύλλον 24).
     Κάποιες ακόμα αξιόλογες δημοσιεύσεις που αφορούν το χωριό μας από την παρούσα έκδοση παραθέτουμε στην συνέχεια. Έτσι λοιπόν από το φύλλο 3, τον Σεπτέμβριο του 1960, βρήκαμε:

     «ΚΑΛΛΙΑΝΙ

     Το Γορτυνιακόν αυτό χωρίον κείμενον επί λόφου έχοντος σχήμα Γερμανικού πετάλου έχει εξαιρετικήν θέαν και ορίζοντα εκτεινόμενον μέχρι Κατακώλου, ο φάρος, αι οικίαι και η θάλασσα του οποίου πολλάκις διακρίνονται.
     Επί της κορυφής του λόφου αυτού είναι κτισμένος ο ναός του χωρίου απο το 1870, τιμώμενος επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου, παρά τον οποίον υψούται επιβλητικά ωραίον και υψηλόν κωδωνοστάσιον.
     Πρότερον καθεδρικός ναός ήτο ο του Προδρόμου, όστις ανηγέρθη κατά την Τουρκοκρατίαν από τον Αγά Αρναούτογλου, καίτοι Τούρκον.
     Εγγύς του Αγίου Γεωργίου κείται το διδακτήριον του Δημοτικού σχολείου, όπερ ανηγέρθη το 1892. Από του 1859 Δημοτική Σχολή ήτο η νύν οικία Ν. Καπερώνη, επί της προμετωπίδος της οποίας αναγράφεται η σχετική φράσις.
     Πρώτοι οικισταί ειναι μάλλον Τούρκοι Αγάδες, ανεγείραντες ολίγον πρό της Επαναστάσεως τον ήδη πύργον των Κοκοσιουλαίων, των οποίων οι πρόγονοι ελέγοντο κατά την επανάστασιν του 1821 Γιαννικόπουλοι και Σιεταίοι.
     Οι αυτοί είχον ανεγείρει και άλλα οικήματα δια τους δούλους των και τα πολλά των ζώα.
     Κατά την παράδοσιν ήσαν εν όλω 12 τα οικήματα, ενώ σήμερον φθάνουν τα 200, με τα γνωστά ονόματα των πρώτων κατοίκων τα τοιαύτα των οικογενειών Σιαχαμαίων, Γεωργακαίων, Γιαννικοπουλαίων (Κοκοσιουλαίων), Ντεντέων (Παπασπηλιαίων) και Δαβίκα.
     Μετά την επανάστασιν μετώκησαν απο του τσιφλικίου Κόκλα, το οποίον απέχει απο Καλλιάνι περί το ½ - ¾ της ώρας, οι Γεωργακόπουλοι, οίτινες ήσαν, κατά πάσαν πιθανότητα, ραγιάδες του Αγά Κουτσομπραίμη και οίτινες ηγόρασαν αργότερον τούτο από τους Δεληγιανναίους, εις τους οποίους ανήκε το ήμισυ από Τουρ/τίας.
     Εις Καλλιάνι μετώκησαν εκ της θέσεως «Φέρτη» εξ ού και «Φερτοί» ωνομάσθησαν, οι Κακουραίοι καταγόμενοι εκ του συνοικισμού Κακρέϊκα των Λαγκαδίων. Απ’ αυτούς τους Λαγκαδινούς προέκυψαν και οι Διαμαντόπουλοι, Βασιλόπουλοι και Τριανταφυλλόπουλοι.
     Κατά την τοπικήν παράδοσιν το όνομα εδόθη εις το χωριό από την καλήν τοποθεσίαν του και από τον καλόν αφέντην, (Αγά Αρναούτογλου) τους καλούς του δούλους και την καλήν κοινωνίαν που είχεν.
     Ο Αγάς κατά την πολιορκίαν της Τριπόλεως παρεκάλεσε τον Ηλία Σιαχάμη να του δώση λίγο ψωμί από τα βάσανά του, που άφησε στου Καλλιάνι φεύγοντας και δια τα καλά που είχε κάμει. Εις απάντησιν, ο Σιαχάμης τον εξύβρισε και τον επυροβόλησε. Τότε ο αγανακτήσας Αγάς τον κατηράσθη και λέγεται ότι η κατάρα αυτή του Γέρο – Λιά παιδεύει τους Καλλιανιώτας και δεν προοδεύουν. Λ. Θ. Λουκάς». (Ν. Ι. Φλούδας. Νέα του Βυζικίου. Σεμπτέμβριος 1960. Φύλλον 3).
     Από το παρών φύλλο και άρθρο είναι και η φωτογραφία της περιοχής ή άλλως «Βουβός χάρτης Καλλιανίου» που σας παρουσιάζουμε στο τέλος του παρόντος.
     Επίσης από το φύλλο 20, Φεβρουάριος του 1962, βρήκαμε:

     «ΚΑΛΛΙΑΝΙΩΤΙΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

     Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΑΓΑΣ ΑΡΝΑΟΥΤΟΓΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΟΚΝΗΡΟΣ ΔΟΥΛΟΣ ΤΟΥ

     Λέγεται ότι ο Αγάς Αρναούτογλου έκτισεν ολίγον προ της επαναστάσεως του 21 πύργους και σταύλους εις Καλλιάνι όπου εκάθητο, οικήματα δηλαδή δια τον εαυτόν του, τους δούλους του και τα ζώα, τινά των οποίων οικημάτων σώζονται μέχρι σήμερον (οικίαι Κοκοσιουλαίων).
     Οι δούλοι καλλιεργηταί των κτημάτων του Αγά λόγω της καλλωσύνης του εκαλλιεργούσαν ως νοικοκυραίοι και ελεύθεροι τα κτήματα και μόνοι άνευ επιβλέψεως εναποθήκευον τα περισσεύματα των εισοδημάτων καθώς και τον σπόρον εις την αποθήκην και αφού εκλείδωναν, παρέδιδον το κλειδί εις τον γενικόν επόπτην του επισιτισμού, δια να το παραλάβη κατά τον καιρόν της σποράς, ότε ελάμβανεν εκ της αποθήκης ότι εχρειάζετο. Κάποιος πονηρός δούλος δεν έρριπτε τίποτε εις την αποθήκην και εζούσεν εις βάρος των άλλων συγχωριανών του δούλων.
     Ο Αγάς χωρίς να θυμώση όταν έμαθε τούτο, επειδή αγαπούσε τους Έλληνας, κατά τον χρόνον της σποράς που ο δούλος εζητούσε το κλειδί δια να λάβη τα αναγκαία από την αποθήκην, του το έδωσε ο ίδιος αφού έλαβεν τούτο από τον επόπτην. Λάβε του είπε το κλειδί της αποδθήκης σου, πάρε απ’ αυτήν ότι σου χρειάζεται δια την σποράν και την οικογένειά σου και άφησε το υπόλοιπον «μέσα να το φάη ο αφέντης σου, το προσωπικόν του και οι ξένοι που θα περνούν από εδώ». Ο ραγιάς γύρισε από την αποθήκην καταντροπιασμένος και λέγει ότι δεν υπήρχε τίποτε εις αυτήν. Ο Αγάς δήθεν εν οργή διατάσσει να ευρεθή το ταχύτερον αυτός που έκλεψε τα αγαθά του δούλου του από την αποθήκην. Τότε, ο ίδιος ο δούλος ηναγκάσθη να ομολογήση ότι δεν είχε ρίξει τίποτε εις την αποθήκην, με την συνήθη δικαιολογίαν ότι δεν απέδωκεν η γή. Ο Αγάς του είπεν εν συνεχεία, μήπως θες εγώ και οι άλλοι να τρέφουμε εσένα και την οικογένειά σου; Αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνη και να φύγης να πας αλλού ναύρης άλλους δούλους να σε τρέφουν.
     Μη θέλων ο δούλος να φύγη από τον τόπον των πατέρων του έπεσε κατά γής, προσκύνησε τον Αγά και τον παρεκάλεσε να τον συγχωρήση διότι αυτό που έκαμε δεν επρόκειτο να επαναληφθή εις το μέλλον. Πράγματι τον συνεχώρησε ο Αγάς, του έδωκεν ότι έπρεπε και ο δούλος αυτός με την συμπεριφοράν του και την εργατικότητά του έγινεν ο καλλίτερος όλων των άλλων. Αυτού του καλοκάγαθου Αγά, εις Τρίπολιν, κατά την επανάστασιν, δεν έδωκε λίγο ψωμί που του εζήτησεν ο Ηλίας Σιαχάμης και κατηράσθη ούτος του Καλλιάνι και δεν βλέπει τούτο προκοπήν μέχρι τούδε κατά την τοπικήν παράδοσιν». (Ν. Ι. Φλούδας. Νέα του Βυζικίου. Φεβρουάριος 1962. Φύλλον 20).

     Δ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ «Η ΛΑΣΤΑ» ΤΟΥ Ν. ΛΑΣΚΑΡΗ


     Μια τελευταία, αξιοπρόσεκτη πηγή, η οποία αναφέρεται στις παραδόσεις του χωριού μας καθώς επίσης και σε λίγα λαογραφικά στοιχεία του, είναι και μέσα σε μια έκδοση που είχε κάνει περί το 1902 ο εκ Λάστας, χωριού πλησίον των Μαγουλιάνων της Βυτίνας, δημοδιδάσκαλος Ν. Λάσκαρης. Από το σπάνιο αυτό βιβλίο του Ν. Λάσκαρη, υπάρχει σήμερα στην δημοτική βιβλιοθήκη της Δημητσάνας, αντιγράφουμε:
     «….Άλλη Γορτυνιακή παράδοσις, ως αναφέρουσιν οι Καλλιαναίοι του Δήμου Τροπαίων της Γορτυνίας, αναφέρει ότι είς πελώριος Γίγας, και τοιούτοι ήσαν όλοι οι παλαιοί Έλληνες ετίναξε το τζαρούχι του (πέδιλον) εις το οποίον εισεχώρησε χώμα, και εκ του αποτινάγματος του τζαρουχιού εσχηματίσθη είς λόφος, όστις λέγεται μέχρι σήμερον «Ποδηματάς» [βλ. σελ. 284].…». (Ν. Λάσκαρης. Λάστα. Έκδοση 1902. Σελ. 724).
     Πράγματι από την σελίδα 284 της «Λάστας» του Ν. Λάσκαρη μπορούμε να πάρουμε:
     «17. «Ο Ποδηματάς». Στου Καλλιάνι της Γορτυνίας δυτικά από το χωριό, και πλησίον του δρόμου που θα ξαναφάνωμε στο κάμπο (πεδιάδα), όπου φαίνεται δεξιά το γιοφύρι του δημοσίου δρόμου, το ρημοκκλησάκι «άγιος Νικόλαος». Είναι ένας λοφίσκος, ως είδος κουτρουλιού (κωνοειδούς λίαν) το πρόσωπό (η πρόσοψις) του ιδίως κατά την άνοιξιν είναι ό,τι ωραίον και αναγκάζει τον διαβάτην να στρέψη και να προσηλώση τα βλέμματά του προς αυτόν, διότι στολίζεται από διαφόρους θάμνους και χόρτα, ιδίως από σπάρτα. Το κουτρούλι αυτό (ο λοφίσκος) λέγεται «στου ποδηματά». Γιατί οι αρχαίοι Έλληνες ήσαν πολύ μεγάλου αναστήματος άνθρωποι. Κ’ ένας από δαύτους άμα εγιόμιζε το τσαρούχι του χώμα, το τίνιαξε εκεί, και από το χώμα όπου έπεσε από το τσαρούχι του (πόδημα) έγεινε το κουτρούλι εκείνο (ο λόφος), όπου σήμερα λέγεται «στου ποδηματά». Από δε το τουμπίκι (=τύμβου) το γηοφύρι ως τον αλφειόν (Ηραίας) 3 – 4 ώρας μακράν ήτανε πόλις μεγάλη και εχάλασε από πυρκαϊά, γιατί ήσανε κολλητά τα σπήτια. Τόσον κολλητά ήσανε ώστε η κατσούλαις εφέγανε από τη φωτιά και απηδάγανε από το ένα σπήτι στ’άλλο και την άλλη μεριά εγηόμισε ο τόπος κατσούλαις. Περί του ποδηματά είναι γενική ιδέα εν Καλλιανίω, περί του δευτέρου (πόλεως κ.λ.π. μοί το είχε διηγηθή ο έξυπνος (ευφυέστατος) γέρος Γιαννίκος Γιαννικόπουλος. Αγνοώ δε εάν και άλλοι Καλλιαναίοι λέγουν τούτο». (Ν. Λάσκαρης. Λάστα. Έκδοση 1902. Σελ. 285).
     Από την ίδια έκδοση συνεχίζουμε με ένα πραγματικά αξιοπρόσεκτο άρθρο, σχετικό με τις λαογραφικές παραδόσεις του χωριού μας. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής: 
     «….Πανάρχαιον έθος επεκράτησεν, ίνα κατά την ημέραν του Αγ. Γεωργίου (23 Απριλίου) εκτίθεται κουλούρα (κολύρα) μετά τριανταφύλλων και λοιπών ανθέων εστολισμένη και όστις τρέξει ταχύτερον άλλων, λαμβάνει αυτήν. Λείψανον των αρχαίων αγώνων. Βλ. τραγ. Σ9. Πρότερον εώρταζον την εορτήν του αγίου Γεωργίου όλοι οι βλάχοι [=ποιμένες β΄. τραγ. Τ. 32] εις την στάνην [=ποίμνιον και ποιμνιοστάσιον] και προσεκάλουν και τους μη τοιούτους συγγενείς ή φίλους των.
     Το 1877, του Αγίου Γεωργίου ήμην εν Καλλιανίω της Γορτυνίας και με εκάλεσεν ο Ιωάννης Μπουλούγαρης σώγαμπρος του Γιαννίκου Γιαννικόπουλου. Το θέαμα ήτο γραφικώτατον και ευχάριστον. Από κάθε καταρράχι (λόφον) το πρωί εξείρχετο καπνός, διότι εφήνετο δι’ ελατίνου οβελού «ο Αγιοργιάτης», το βυζαίνον δύο και τρείς «μαννάδες» και ως εκ τούτου παχύτατον και νοστιμώτατον αρνίον. Κατόπιν «το μεσημέρι» εκάθηντο και έτρωγον εκ του οβελίου αμνού ως και χλωρόν τυρόν, γαλόπιτταν και διαργούτι. Ήκουες τα αναπόσπαστα εις τοιαύτας περιστάσεις τουφεκίσματα. Κατόπιν ήρχιζαν οι χοροί. Και τοιαύτα πάντα εις όλα τα καταρράχια, διό και το θέαμα ήτο ό,τι ωραίον και ευχάριστον. Ιερεύς περιερχόμενος καβελλάρης «εδιάβαζε την ευκή» και του προσέφερον διαργούτι και την αριστεράν ωμοπλάτην, διότι η δεξιά εχρησίμευε [Βλ. τρ. Τ.25] ως μάντις των συμβησομένων αγαθών ή κακών και τότε επηκολούθει νέα χαρά ή ανάλογος ιλαρότης, αναλόγως του μαντεύματος, και τα διάφορα χαρίεντα σχόλια. Κατόπιν κατά τας 3 – 4 μ.μ. ήρχιζεν η δια το χωρίον αναχώρησις και πάντες ηνούντο εν τη οδώ και δια διαφόρων τραγουδίων επάγαινον εν τω χωρίω, όπου εγένετο ο γενικός χορός και διελύετο κατά την εσπέραν, ότε δια του αποχαιρετισμού «Καλήν νύχτα, και του χρόνου να δώσεη ο Θεός», ανεχώρουν έκαστοι εις τα ίδια. Το 1894, μετά 17 τουτέστιν έτη, εώρτασα πάλιν την εορτήν ταύτην εν Καλλιανίω διότι και κατά τα δύο ταύτα έτη ήμην εκεί δημοδιδάσκαλος, ουδέν ίχνος του τοιούτου εθίμου επέμεινε ! Τα πάντα ο χρόνος μεταβάλλει ! Και ίνα κατ’ Ευριπίδην είπω «Χρόνος αμαυροί πάντα κεις λήθην άγει». (Ι. Στοβαίου ρκς 8. Άλλας πανηγύρεις οι Καλλιαναίοι τότε είχον, την 1 Μαίου και την εώρταζον μετά πολλών άλλων χωρικών εις το «τουμπίκι» παρά την λιθόκτιστον γέφυραν του Λάδωνος, και την 9 Μαίου εορτήν του αγ. Νικολάου, εις τον άγιον Νικόλαον δυτικά του Καλλιανίου….». (Ν. Λάσκαρης. Λάστα. Έκδοση 1902. Σελ. 323 – 324).
     Συνεχίζοντας τους λόγους της εγκατάλειψης του «πανάρχαιου» τούτου εθίμου του χωριού μας ο Ν. Λάσκαρης δικαιολογεί αυτήν ως ακολούθως: «….Και περί τούτου βλ. σελ. 323 πως εορτάζετο η εορτή του Αγ. Γεωργίου, και πως μετ’ ολίγα έτη. Ηρώτησα δια την ταύτην μεταβολήν. Μοι είπον ότι όταν ήτο η δεκάτη εάν έκαμνον γέννημα έδιδον φόρον αναλόγως της ευφορίας. Δια της καταργήσεως ταύτης υπό του Χαριλ. Τρικούπη κατεχρεώθησαν, διότι η μη έγκαιρος πληρωμή των αροτριώντων εδιπλασιάζετο, και εντεύθεν προήλθεν η κακοδαιμονία, και η εγκατάλειψις του παραρχαίου αυτού εθίμου. Αλλά και οι Τρικουπικοί νόμοι ! η αύξησις του επιδόματος της βασιλικής χορηγίας και η παραχώρησις της Μανωλάδος αποδεικνύουσιν όχι σεβασμόν εις τον δημόσιον πλούτον, αλλά και αυλοκολακείαν !…..». (Ν. Λάσκαρης. Λάστα. Έκδοση 1902. Σελ. 693).
     Με άλλα λόγια η αύξηση των φόρων έστρεψε τους Καλλιαναίους στην σταδιακή κατάργηση του εθίμου τούτου.
     Το παραπάνω δημοσίευμα ήταν αυτό που έδωσε αφορμή στον Ν. Ι. Φλούδα να κάνει μερική ανατύπωση περί το 1964 και να γράψει περί του εθίμου αυτού στην έκδοση «Νέα του Βυζικίου τα ακόλουθα:

     «ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ

     Ο ΑΓΙΟΡΓΙΑΤΗΣ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΑΝΙΟΥ

     Πολλά καλά έθιμα εξέλειπαν μαζί μ’ αυτούς που τα κρατούσαν και γι’ αυτό έχασε η ελληνική λαογραφία πολλά. Ένα τέτοιο έθιμο είναι και αυτό που θα περιγράψω, το οποίον διέσωσε ο μακαρίτης ο Ν. Λάσκαρης με τη Λάστα του (σ. 323) το 1908.
     Ο Λάσκαρης, που κατήγετο από τη Λάστα της Γορτυνίας ήτο ένας δάσκαλος, που το 1877 υπηρετούσε στου Καλλιάνι.
     Του Αγιοργιού, του έτους αυτού ο Ιω. Μπουλούγαρης ο σύγαμπρος του Γιαννίκου Γιαννικόπουλου, τον κάλεσε να γιορτάσουν μαζί. Δέχτηκε ο δάσκαλος, ο οποίος περιγράφοντας το έθιμο λέγει ότι σε κάθε καταρράχι του χωριού φαινόταν καπνός διότι ψηνόταν ο «Αγιοργιάτης». Το αρνί δηλ. που βύζαινε δύο-τρείς «μανάδες» και θρεφόταν δια την ημέραν του Αγιοργιού που το χωριό πανηγύριζε.
     Μαζεμένοι πολλοί, παρέες - παρέες έτρωγαν το ωραίο ψητό, το χλωρό τυρί, τη γαλόπιττα και το γιαούρτι και τραγουδούσαν κλέφτικα τραγούδια και ντουφεκόριχναν. Καιγόταν το πελεκούδι παντού και άρχιζαν σε ούλα τα καταράχια χοροί.
     Έτσι παρουσιαζόταν ένα ωραίο θέαμα που τους πάντας ευχαριστούσε. Ο παπάς του χωριού, γύριζε παντού και διάβαζε την «ευκή» και για αμοιβή έπαιρνε γιαούρτι και την αριστερά πλάτη του αρνιού, γιατί την δεξιά την κοίταγαν δια να μαντέψουν το μέλλον.
     Στις 3 – 4 το απόγευμα άρχιζαν και γύριζαν στο χωριό όλοι τραγουδώντας και έκαμαν ένα κοινό χορό, ο οποίος διελύετο το βράδυ.
     Το 1894 που πάλι υπηρετούσε στου Καλλιάνι ο αυτός δάσκαλος και περίμενε να δή ξανά το έθιμο αυτό, είδε με λύπη του, ότι δεν είχε απομείνει απ’ αυτό τίποτε.
     Τι κρίμα?». (Ν. Ι. Φλούδας. Νέα του Βυζικίου. Ιούλιος 1964. Φύλλον 49).

     3. ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΝ


     Αυτές ήταν οι «παραδόσεις» μας, ή αλλιώς ακούσματα που αφορούν την ιστορία του χωριού μας. Ακούσματα για μικρότερα ή μεγαλύτερα, σημαντικά ή ασήμαντα, γεγονότα. Ακούσματα που μεταφέρθηκαν από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, μέχρι που καταγράφηκαν την δεκαετία του 1960 – 1970. Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της καταγραφής αυτής μας το επεσήμαναν. Η επισήμανσή τους την οποία επαναλαμβάνουμε εδώ είναι, «….γι’ αυτό ότι γράφω το επήρα ως επί το πλείστον από τις παραδόσεις….». Έτσι λοιπόν όπως βλέπουμε, οι ίδιοι μας λένε και παραδέχονται, ότι στις καταγραφές αυτές κυρίως ακούσματα ή άλλες διηγήσεις που έφθασαν στα αυτιά τους.
     Καθόσον όμως πληροφορούμαστε, «....Η φήμη και οι διηγήσεις συγχύζουν τα πράγματα…». (Φωτάκος Απόμν. προλ. σελ. ιθ΄)Αλλά όμως οι παραδόσεις, «....Αυτές που διατηρούνται ακόμα και μέχρι σήμερα. Αυτές που αποδεικνύονται, με την παραβολή και την σύγκριση, και όπου χρειάζεται γίνεται, για να κατανοήσουμε καλύτερα τα γεγονότα. Τέτοιες παραδόσεις και μαρτυρίες, από πρόσωπα που είδαν ή έζησαν από κοντά διάφορα γεγονότα, είναι κατά την γνώμη μου αξιοπρόσεκτες ή μη τι άλλο ισάξιες και ας μην τις κυρώνουν κάποιες γραφτές πηγές....». (Α. Τσέλαλης. Απομνημονεύματα Πλαπούτα. σελ. 8). Σωστό, και θα συμφωνήσουμε απόλυτα, με τον απαράβατο όρο ότι αυτές αποδεικνύονται «με την παραβολή και την σύγκριση». Επιμένουμε σε αυτό γιατί θα δούμε παρακάτω, μερικές φορές, ότι η παράδοση μας περιπλέκει την ιστορική αλήθεια.
    Όπως προαναφέραμε θεωρήσαμε χρέος μας να ξανά-προβάλουμε τις παραδόσεις αυτές, αλλά επίσης θεωρήσαμε χρέος μας να δούμε τι λένε τα νεώτερα επίσημα ιστορικά στοιχεία και έγγραφα.
     Έτσι λοιπόν και επειδή, «....Τα έγγραφα θα είναι ο οδηγός του μέλλοντος ιστορικού…». (Φωτάκος, Απομνημονεύματα. Πρόλογος. σελ. ιθ΄), προσπαθήσαμε να βρούμε αυτά τα έγγραφα, αυτά τα αξιόπιστα κείμενα, τα επίσημα γραφτά μνημεία, που διαλύουν τις αμφιβολίες, τις αμφισβητήσεις, τις επιφυλάξεις και την σύγχυση. Αυτά όλα θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε και να αναλύσουμε στα κεφάλαια που θα ακολουθήσουν.
     Σαν  μια πρώτη «γεύση» από αυτά θα ακολουθήσουν και θα δούμε διεξοδικότερα είναι:
     Πρώτον. Το Καλλιάνι δεν έχει περίπου 190 με 200 χρόνια ζωής, καθότι πληροφορηθήκαμε ότι «…η δασώδης αυτή κατάστασις ήταν προ 190 έως 200 χρόνια, ακριβώς τα χρόνια της ζωής του χωριού μας….». Έτσι λοιπόν αν υποθέσουμε ότι αυτά γράφτηκαν την δεκαετία του 1960 το Καλλιάνι υποτίθεται ότι άρχισε την επίσημη ύπαρξή του από το 1760 και μετά. Θα δούμε από επίσημες πηγές ότι το χωριό μας καταγράφεται, σχεδόν με αρκετά από τα υπάρχοντα πλησιόχωρα, από την πρώτη επίσημη μέχρι τώρα Ενετική απογραφή του 1698.
     Δεύτερον. Θα δούμε επίσης ότι δεν ήταν πρώτα το χωριό Κόκλα και μετά το Καλλιάνι. Καθόσον και εδώ πληροφορηθήκαμε ότι «….Το χωριό Κόκλα ήταν πρώτα και ύστερα το Καλλιάνι….». Οι επίσημες απογραφές και έγγραφα στοιχεία μάλλον μαρτυρούν το αντίθετο.
     Τρίτον. Θα δούμε ακόμα παρ’ ότι οι παραδόσεις αναφέρουν ότι ο «.…Τέταρτος κατά σειράν κάτοικος ήταν ο Γιαννίκος Κάλλιανης από τον οποίον ως είπαμε επήρε το χωριό την ονομασία ΚΑΛΛΙΑΝΙ….», το όνομα του χωριού δεν προήλθε από το επώνυμο του Γιαννίκου το οποίο δεν ήταν Κάλλιανης αλλά το πρωτογενές επώνυμο του Γιαννίκου ήταν Σέτος.
     Τέταρτον. Ο τελευταίος Τούρκος Αγάς του χωριού θα δούμε ότι προφανώς δεν ήταν ο «καλοκάγαθος» Αρναούτογλου, αλλά κάποιος πιθανόν με το όνομα Δερβισαγαλάλου και ο οποίος μάλλον δεν έφυγε κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς.
     Αυτά και ακόμα περισσότερα θα δούμε μέσα από διάφορα επίσημα έγγραφα και γραπτές κυρίως πηγές. που θα εκθέσουμε στην συνέχεια του παρόντος.

     4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ


     Αυτές λοιπόν ήταν οι «ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ» του χωριού μας. Ένα εξαιρετικά πλούσιο κεφάλαιο με όποια στοιχεία περιλαμβάνονται σε αυτό.
       «….Όπως κάθε διαμέρισμα της χώρας έχει την ιστορία του, έτσι και η μικρότερη τοπική υποδιαίρεση, το χωριό, σαν μια μονάδα με κοινωνική δραστηριότητα, έχει να παρουσιάσει την ιδική του ιστορία.
     Η ιστορία των χωριών της Ελλάδος ή αναφέρεται περιληπτικά στα διάφορα ιστορικά βιβλία ή τις περισσότερες φορές αγνοείται από αυτά, για διάφορους λόγους και ευρίσκεται σαν αδέσποτο υλικό στο χώρο της παραδόσεως. Η παράδοση όταν είναι γνήσια και δεν έρχεται σε αντίθεση με ορισμένες αναμφισβήτητες ιστορικές αλήθειες είναι σπουδαίο ιστορικό υλικό, που μπορεί να αποτελέση αξιόλογο ιστορική πηγή…..». (Π. Παπαρρηγόπουλου. Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1965. Σελ. 212).
     Το αναφέραμε και παραπάνω. Δεν είναι μέσα στις προθέσεις μας να προσβάλουμε κανέναν και μάλιστα όταν αυτοί τυγχάνει να είναι αγαπητοί συμπατριώτες μας. Πολύ περισσότερο να κηλιδώσουμε την μνήμη μερικών που ήδη έχουν εκλείψει. Συμπατριώτες μας, που οδηγούμενοι από ευγενικά και μόνον συναισθήματα και αγάπη προς το χωριό μας περισώσανε, με τις μικρές δυνάμεις που διέθεταν τότε, μερικές ιστορίες ή όποια ακούσματα και παραδόσεις, έπεσαν στην αντίληψή τους.
     Μπορεί τα σύγχρονα ιστορικά στοιχεία και ευρήματα να μην συμφωνούν απόλυτα με όλα αυτά τα ακούσματα. Μπορεί η αλήθεια να έχει μπερδευτεί λίγο, καθότι τα ακούσματα αυτά, μεταφερόμενα από στόμα σε στόμα, με τις όποιες προσθετό-αφαιρέσεις εδέχθησαν, ανάλογα με το πνεύμα και την εκπαίδευση του κάθε αφηγητή - αναλυτή, και με το πέρασμα τόσων πολλών χρόνων να κατέληξαν να διατυπωθούν με τον τρόπο αυτό. Αλλά και σε ποια ιστορία, είτε μεμονωμένου ατόμου, είτε και ολόκληρου λαού, δεν έχουμε διάφορες τροποποιήσεις η διαψεύσεις, ανάλογα με το πνεύμα ή την οπτική γωνία, που βλέπει ο εκάστοτε «ιστορικός» τα πράγματα;.
     Κάτι περίπου ανάλογο, θα λέγαμε ότι, έχει συμβεί και με την Ιστορία του χωριού μας. Γι’ αυτό εμείς οι νεώτεροι, «οι εξελιγμένοι», με τα σύγχρονα μέσα που διαθέτουμε και τις γνώσεις που αποκτήσαμε, θεωρήσαμε καθήκον και χρέος μας να συμπληρώσουμε να διορθώσουμε και να ξανά-προβάλουμε, όλα αυτά τα ακούσματα και τις παραδόσεις σε πραγματική ιστορική βάση, σύμφωνα με αδιάσειστα και αδιάψευστα ιστορικά στοιχεία. Έτσι λοιπόν σε κάποιες αλλαγές, λίγες τροποποιήσεις και ελάχιστες διορθώσεις, που θα αναγκαστούμε να κάνουμε, θα μας δοθεί η ευκαιρία να επισημάνουμε στην συνέχεια του παρόντος.
     Προς τούτο δεν θα επιθυμούσαμε να κριθούμε εγωιστές και να κομπάζουμε γι’ αυτό. Παρ’ ότι, δεν σας κρύβουμε πως έχουμε τον φόβο αυτό, εν τούτοις δεν μπορούμε να εθελοτυφλούμε μπροστά στις ιστορικές αποδείξεις και ντοκουμέντα.
     Βέβαια όλα αυτά θα προσπαθήσουμε να εκτυλίξουμε αργά στην συνέχεια. Προς το παρών ας εστιάσουμε λίγο από τα έργα του Καλλιανίου που πραγματοποιήθηκαν στο πέρασμα του χρόνου και ας δούμε μερικές φωτογραφίες όπως είναι σήμερα, όπως 1) την εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Πρόδρομου, 2) την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου πολιούχου του χωριού μας, 3) την Πάνω Βρύση και 4) την Κάτω Βρύση του χωριού μας, στα σχετικά Παραρτήματα στο τέλος του παρόντος.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου