Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Κεφάλαιο τρίτο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

     Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΒΙΤΣΑΣ

     5. Η ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΠΡΙΝΙΤΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ
 
     Για να μπορέσουμε να βγάλουμε σίγουρα και ασφαλή συμπεράσματα για το ποια ήταν η «πραγματική» τοποθεσία της μεσαιωνικής «Λέβιτσας», πρέπει πρώτα να εντοπίσουμε την πραγματική τοποθεσία της επίσης μεσαιωνικής «Πρίνιτσας».
     Έτσι λοιπόν αφού είδαμε τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το «Χρονικό» αφηγείται την μάχη της Πρίνιτσας και αφού έχουμε ήδη παραθέσει, στα προηγούμενα, κάποιες απόψεις για το ποια ήταν η πιθανή τοποθεσία της Πρίνιτσας και της μάχης που έγινε γύρω από αυτήν, από διάφορες εκδόσεις, μένει τώρα να εξετάσουμε και να αναλύσουμε ποια είναι η δική μας άποψη, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε συγκεντρώσει. Πέρα όμως από το ποια ήταν η πιθανή τοποθεσία της μάχης της Πρίνιτσας, σύμφωνα με την δική μας άποψη πάντα, θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε και μερικά ακόμα τοπωνύμια ή μικροτοπωνύμια καθώς και άλλες τοποθεσίες που αναφέρθησαν μέσα στους στίχους του «Χρονικού».
     Όμως ποια από τις δύο τοποθεσίες, σύμφωνα με τις εκδόσεις που ήδη παραθέσαμε, θεωρούμε περισσότερο πιθανή και γιατί; Στα ερωτήματα αυτά αλλά και στα υπόλοιπα που επίσης διατυπώσαμε, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε και να αναλύσουμε στο κεφάλαιο αυτό.
     Πρώτα όμως ας εντοπίσουμε την τοποθεσία της μάχης ή αλλιώς την μεσαιωνική «Πρίνιτσα». 
     5Α. ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΒΥΛΛΙΖΑΣ Ή ΣΗΜΕΡΑ ΠΕΥΚΑΣ (Άποψη διατυπωμένη από τον Α. Μπούτσικα) 
     Μερικοί από τους ιστορικούς ερευνητές που έχουν ασχοληθεί με το ίδιο θέμα τοποθετούν, ως είδαμε, την τοποθεσία της Πρινίτσας στην περιοχή της Βύλλιζας ή αλλιώς στα όρια του χωριού Πεύκα ή Πεύκες του νομού Ηλείας. Ας δούμε όμως στο σημείο αυτό και ας επαναλάβουμε από ποίους ιστορικούς ερευνητές υιοθετήθηκε η άποψη αυτή. Έτσι λοιπόν όπως πληροφορηθήκαμε μέσα από την έκδοση του Α. Μπούτσικα οι ερευνητές αυτοί ήταν: «....Ο Γάλλος μεσαιωνοδίφης J. ΒUCΗΟΝ, όταν κατά τα μέσα του περασμένου αιώνα επισκέφτηκε την περιοχή, επισήμανε τη θέση της στο χωριό Βίλλιζα, που αναφέρει ότι βρίσκεται σε απόσταση διόμισυ λεύγες από το χωριό Λάλα. Ο LOΝGNΟΝ στις αρχές του αιώνα μας, υιοθέτησε την άποψη του ΒUCΗΟΝ καθώς και ο καθηγητής Δ. Ζακυθηνός. Και ο ερευνητής Καλονάρος, συμφωνεί με αυτή την τοποθέτηση, όταν γράφει: «...ότι εκείτο παρά το χωρίον Βίλλιζα του τ. δήμου Ολυμπίων, του νομού Ηλείας». Αλλά και ο ΜILLER αναφέρει ότι δεν βρίσκεται μακριά από την αρχαία Ολυμπία, χωρίς όμως να προσδιορίζει ακριβώς τη θέση της. Αντίθετα ο Αδ. Αδαμαντίου («Τα Χρονικά του Μορέως», σελ. 359), σημειώνει ότι βρισκόταν χαμηλά στις εκβολές του Αλφειού, χωρίς προφανώς να έχει συμβουλευτεί τα «Χρονικά», τα οποία ρητά αναφέρουν ότι βρισκόταν σε δύσκολη και δασωμένη περιοχή της Κάπελης.
     Ο γυμνασιάρχης Γ. Παπανδρέου («Η Ηλεία δια μέσου των αιώνων», σελ. 355), αναφερόμενος στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του περιηγητή Πουκεβίλλ, γράφει ότι μετά τα χωριά Μοιράκα, Νεμούτα και Πόθου, ανέβηκε στη VΙΝΙΤΖΑ (Βινίτσα). Ο Πουκεβίλλ αναφέρει αυτά στην εργασία του «VOYAGE DE GRECE» (τόμ. Ε σελ. 437) και ο Παπανδρέου σωστά ταυτίζει τη Βινίτσα με την Πρινίτσα. Έτσι ταιριάζει όχι μόνο ηχοφωνητικά αλλά και τοπογραφικά, σύμφωνα με τις ενδείξεις των «Χρονικών»....».
     Εμείς όμως δεν θα συμφωνήσουμε με την παραπάνω άποψη ή διατυπωθείσες απόψεις, για τους εξής κυρίως λόγους:
     Πρώτον. Στο συμπέρασμα αυτό, όσον αφορά δηλαδή την θέση της Πρίνιτσας κατέληξαν, υποθέτουμε, λόγω της κοινά αποδεκτής από όλους ασάφειας των «Χρονικών» τα οποία, όπως ήδη ελέχθη δεν την προσδιορίζουν ακριβώς, αλλά και επειδή υπάρχει καταγραμμένο το: «Απαύτου εκατέβησαν ολόρθα εις την Πρινίτσαν». Δηλαδή παίρνοντας την κυριολεξία της έκφρασης «απαύτου» εκλαμβάνουν, ότι το Βυζαντινό στράτευμα προχώρησε και δεύτερη ημέρα μετά την διαδρομή του και την στρατοπέδευσή του στην Λιοδώρα. Αν υπήρχε πράγματι και δεύτερη μέρα πεζοπορίας των Βυζαντινών στρατευμάτων, αυτή η δεύτερη ημέρα θα μας έδινε μια τοποθεσία μετά την Λιοδώρα αλλά και πάλι η διαδρομή είναι σαφώς μικρότερη για την αναφερομένη περιοχή της Βύλλιζας. Ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό την σχετική καταγραφή η οποία είναι «....Το «Χρονικόν του Μορέως», όπως είδαμε, μας δίνει τη διαδρομή των βυζαντινών από Καρύταινα στην Πρινίτσα μέσα σε δυο μέρες. Δηλαδή η πρώτη μέρα ήταν από Καρύταινα μέχρι τη Λιοδώρα της Ηραίας και η δεύτερη από τη Λιοδώρα στην Πρινίτσα. Οι υποστηριχτές της άποψης, ότι το τούρκικο αλλάγι κατέβηκε στην περιοχή της Ολυμπίας, επιμένουν ότι η διαδρομή της δεύτερης μέρας είναι μικρή, οπότε πρέπει η Πρινίτσα να βρισκόταν πιο χαμηλά, ίσως και στο Χελιδόνι. Αλλά η μικρή διαδρομή, οφείλεται στην αναμονή, στην καθυστέρηση. Περίμεναν το τούρκικο τμήμα, αποκλείοντας έτσι την άλλη εκδοχή. Άλλωστε η διαδρομή από Λιοδώρα - Τριποταμιά - Πρινίτσα έχει τις ιδιαιτερότητες της, με τις πολλές απότομες κυματιστές ραχούλες και τα πυκνά δέντρα....».
     Με την έκφραση αυτή δηλαδή το «Απαύτου εκατέβησαν ολόρθα εις την Πρινίτσαν» συμφωνεί και ο Στ. Δραγούμης λέγοντας ότι: «….Το Ε Χ (Ελληνικό χρονικό) παρέστησεν, ως είδομεν, τους Έλληνας κινηθέντας και ελθόντας εις Λιοδώραν, αλλ’ όπως ευθύς μετά τούτο εν στίχοις 4673/4 προσθέση:


Απαύτου εκατέβησαν ολόρθα εις την Πρινίτσαν


έχει κατούνες έπιασαν, έστήσασιν τές τέντες.
     Έδειξεν ούτως, ότι μετ' άνάβασιν προς την Λιοδώραν κατήλθαν πάλιν ολίγον προς κατασκήνωσαν είς την Πρινίτσαν, οπού και το Α Χ (ένθα ανωτέρω) δεικνύει αυτούς μετά την διαπεραίωσιν έλθόντας «χάριν του επιπέδου της χώρας — por amor de los planos και του χόρτου (του προς νομήν) και του ποταμού όστις υπάρχει εκεί».
     «και του ποταμού όστις υπάρχει έκεί». Τούτο ανάγκη να εξαρθή ως σπουδαίον διότι δεικνύει την Pernica παραρρεομένην υπό ποταμού, αλλού προδήλως παρά το «παραπόταμον», δηλονότι τον Άλφειόν....».
     Όμως, εμείς δεν θα συμφωνήσουμε στο παρών σημείο, τουλάχιστον, με την άποψη αυτή. Τούτο γιατί θα τοποθετήσουμε την κυριολεξία της λέξης «απαύτου» περισσότερο στο Τούρκικο αλλάγι (=στρατιωτική μονάδα) η οποία ως γνωστόν «ξέκοψε» από το κύριο σώμα του Βυζαντινού στρατιωτικού τμήματος και πήγε για το επίσης γνωστό πλιάτσικο στο μοναστήρι της Ίσοβας, όπως περιγράφεται από το ίδιον το «Χρονικόν». Έτσι λοιπόν το Τούρκικο αλλάγι «απαύτου», από την Ίσοβα δηλαδή κατέβηκε «ολόρθα» στην Πρινίτσα  η οποία ήταν τοποθεσία της περιοχής της Λιοδώρας όπου ήδη είχε φθάσει ή έφθανε και στρατοπέδευε το υπόλοιπο Βυζαντινό στράτευμα.
     Η άποψη αυτή ενισχύεται επίσης από την ίδια αφήγηση του «Χρονικού» η οποία αναφέρει στους προηγουμένους στίχους του ότι «Την άλλη ημέραν ήλθασιν στον κάμπο Καρυταίνου» καθώς επίσης και «επί της αυρίου εκίνησαν κ’ ήλθαν στην Λιοδώραν». Με την ίδια λογική ότι δηλαδή αφού συγκεκριμενοποιεί τον χρόνο ή τις ημέρες στο παρών σημείο της αφήγησής του, έτσι θα μας έλεγε και πάλι ότι την «επαύριο» κίνησαν από την Λιοδώρα και «ολόρθα» κατέβηκαν στην Πρίνιτσα, για να διασαφηνίσει ότι πράγματι πέρασε άλλη μία μέρα πεζοπορίας των Βυζαντινών. Με τον τρόπο λοιπόν αυτόν αφήνεται να εννοηθεί, ασαφώς μεν ενδεικτικά δε, ότι η Πρίνιτσα ήταν όντως τοποθεσία της Λιοδώρας. Γενικά θα λέγαμε και τούτο θα θέλαμε να το τονίσουμε ότι τους χρονικούς προσδιορισμούς της μάχης της Πρίνιτσας, το ίδιο το «Χρονικό» στους στίχους του, τους συνεχίζει και με τις επόμενες καταγραφές που υπάρχουν σε αυτό, όπως το: «—ταχύτσιν, ήτον ακομή ώρα άνατελμάτου—» δηλαδή: ταχιά (=αύριο), την ώρα που έβγαινε ο ήλιος υποδηλώνοντας την έναρξη της μάχης και ακόμα το: «επί την αύριον υπάν ορθά εις το Βλιζίρι.»  υποδηλώνοντας και εδώ όταν οι Φράγκοι, μετά την μάχη, έφυγαν από τα Σέρβια για το Βλιζίρι.
     Κατόπιν τούτων θα δεχτούμε ότι το «απαύτου» αντιστοιχεί περισσότερο στο τούρκικο αλλάγι και όχι στο Βυζαντινό στράτευμα το οποίο, όπως είπαμε, βρισκόταν ή έφθανε στην Λιοδώρα. Σύμφωνα με αυτά, δεν θα δεχθούμε την άποψη ότι η διαδρομή του Βυζαντινού στρατεύματος, έστω και υποθετικά, ήταν: «....Υποθετικά μπορούμε να δώσουμε σήμερα τη διαδρομή που έκανε το βυζαντινό αυτό στράτευμα, προκειμένου να φτάσει στην Πρινίτσα. Δηλαδή από την Καρύταινα, ακολούθησε το «παραπόταμον (παραποτάμια) του Αλφέως» - Λιοδώρα - Τριποταμιά - Λυκούρεση (Βασιλάκι) - Πρινίτσα....».
     Έτσι λοιπόν παραμένει απορίας άξιον και παράλληλα δεν μπορέσαμε στο σημείο αυτό να εννοήσουμε την πορεία της δεύτερης ημέρας, της ημέρας, που ας θυμηθούμε εδώ, περιγράφεται ως εξής: «….η πρώτη μέρα ήταν από Καρύταινα μέχρι τη Λιοδώρα της Ηραίας και η δεύτερη από τη Λιοδώρα στην Πρινίτσα….», αφού όντως δεύτερη ημέρα δεν υπήρχε.
     Η άποψή μας αυτή ότι δηλαδή δεν υπήρξε και δεύτερη ημέρα πεζοπορίας από τον κάμπο της Καρύταινας μέχρι την Πρίνιτσα της Λιοδώρας ενισχύεται, ακόμα περισσότερο και από τους ίδιους τους στίχους του «Χρονικού» σε κάποια μεταγενέστερη αφήγησή του. Έτσι λοιπόν από την σελίδα 270 και από τους στίχους με αριθμούς από 6613 μέχρι 6631, όταν κατά την επανάληψη κάποιων εχθροπραξιών μετά μια δεκαετία περίπου, ήτοι περί το 1272, μεταξύ πρίγκιπα Γουλιέλμου και του βυζαντινού στρατηγού Αλεξίου Φιλανθρωπινού, τα στρατεύματα του πρίγκιπα σε μια πορεία από την Ανδραβίδα προς την Καρύταινα ακολουθώντας δηλαδή την αντίστροφη διαδρομή, η πεζοπορία της διαδρομής αυτής, κατά την τελευταία ήμέρα, ήταν: Ίσοβα – Καρύταινα. Η σχετική αναφορά καθώς επίσης και κάποια περισσότερα στοιχεία για την πορεία αυτή, παραθέτουμε στην συνέχεια:


«….Ένταύτα έκαβαλλίκεψαν, έχώρισαν τα άλλάγια,


έξέβησαν κ’ την Ίσοβαν, έσώσαν την έσπέραν


έκείσε στην Καρύταινα, είς το λαμπρόν το κάστρον.


Ό αφέντης της Καρύταινας ως έμαθεν ένταύτα


ότι έρχετον ό πρίγκιπας με τα φουσσάτα όπου είχεν,


έκεί εκ το παρεπόταμον ανέβαινεν προς αυτόν.


Ευθέως έκαβαλλίκεψεν μετά τους εδικούς του


και ήλθεν είς συναπαντήν του πρίγκιπα Μορέως.


Καί πάλε από την Άκοβαν ήλθε ό μισίρ Γατιέρης,


ό αφέντης του κάστρου εκείνου, με τα φουσσάτα όπου είχεν.


έκείσε είς την Καρύταιναν ένώθησαν άλλήλως.


έγνώμιασαν του καθενός το τί φουσσάτα είχεν,


και ηύρασιν ότι είχασιν οί δύο εκείνοι φλαμουριάροι,


ό αφέντης της Καρύταινας κ’ εκείνος της Άκόβου,


ανθρώπους είς τα άλογα, καλά εκατόν πενήντα,


όπου ήσαν όλοι εκλεκτοί, στρατιώτες παιδεμένοι.


διακόσιους είχασιν πεζούς, όλους αρματωμένους.


Κι αφότου έκατουνέψασιν στον κάμπον της Καρυταίνου


έκεί είς το παρεπόταμον, στα πανώραια λιβάδια,….»

     Δεύτερον. Τώρα μένει να εξετάσουμε αν το μέρος της Πρίνιτσας ήταν μέρος «ανάβολον» (όχι βολικό) όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον στίχο με αριθμό 4758, στον οποίο η σχετική καταγραφή έχει ως εξής: «οπού ήτον άνάβολον εις το χωρίον Πρινίτσας». Παρ’ ότι το ίδιο το χρονικό αναφέρει μόνον μια φορά ότι το μέρος αυτό ήταν «ανάβολον» εννοώντας είτε από την μια την διέλευση του Βυζαντινού στρατεύματος είτε από την άλλη έχοντας υπ’ όψιν του την μετέπειτα διεξαγωγή της μάχης εν τούτοις το ίδιο αυτό έργο, σε πολλά άλλα σημεία του, δείχνει και παράλληλα σημειώνει με έμφαση ότι η διεξαγωγή της μάχης πραγματοποιήθηκε σε μέρος πεδινό ή άλλως σε κάμπο. Ως εκ τούτου συνάγεται ότι το μέρος, η τοποθεσία της Πρίνιτσας δηλαδή, όπου πραγματοποιήθηκε η εν λόγω μάχη, ήταν μέρος επίπεδο ή αλλιώς κάμπος. Οι χαρακτηριστικές αυτές καταγραφές οι οποίες αναφέρονται στην μορφολογία του εδάφους της τοποθεσίας της Πρίνιτσας είναι στους ακόλουθους στίχους:
     Πρώτον. Στους στίχους της σελίδας 209 με αριθμούς 5008 μέχρι 5011 οι οποίοι χαρακτηριστικά αναφέρουν:


«….Το δε να λέουν ότι οκάποιος φτωχός και ρεματιάρης


ενίκησεν του βασιλέως τον αδελφόν εις κάμπον,


και πάλε άλλο χειρότερον, χείρον των χειροτέρων,


με τριακόσιους εκέρδισε χιλιάδες δεκαπέντε!....».

     Μια ακόμα καταγραφή που αφορά την μορφολογία του εδάφους της Πρινίτσας μας δίνεται στην σελίδα  272 και στους στίχους με αριθμούς 6660 μέχρι 6678 οι οποίοι αναφέρουν:




«…Κι αν με ερώτηση όκάποιος, δια τί τρόπον τω έποίκεν;


εγώ του άποκρένομαι· διατί όρισμόν το είχεν,


των ώρισεν ό βασιλέας ατός του ό κυρ Μιχάλης,


αφότου εγίνη ο πόλεμος εκείνος της Πρινίτσας,


ποτέ Ρωμαίοι μη εσμίξουσιν εις κάμπον να πολεμήσουν


με Φράγκους γάρ εις τον Μορέαν, δια τον τρόπον τι του κόσμου


κι απέκει του Μακρυπλαγίου ο δεύτερος εκείνος.


Το ώμοσεν ο βασιλεύς κι ούτως το επροφωνέθη


εις του Μορέως την περιοχήν, εις κάμπον, με κοντάρια,


ποτέ Ρωμαίοι μη εσμίξουσιν με Φράγκους να πολεμήσουν,


επεί αφότου εκέρδισαν τριακόσιοι μόνοι Φράγκοι


τον αδελφόν του βασιλέως, όπου είχε έξι χιλιάδες


λαόν απάνω εις τα άλογα άνευ τα πεζικά του


Άν ηύραν άλλοι πλειότεροι Φράγκοι Ρωμαίους είς τον κάμπον,


ποτέ του πλείον ό βασιλέας ουκ είχεν τον Μορέαν.


Είς το βουνί τους ώρισεν να στήκουν οί Ρωμαίοι,


τον τόπον να φυλάσσουσιν όλοι με τα δοξάρια


κι όταν εύρουσιν τόν καιρόν, με μηχανίαν, με τρόπον,


καί έχουν την προτίμησιν, να πολεμούν τους Φράγκους….»

     Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό, ότι η αναφορά που ήδη παραθέσαμε σχετικά με την μορφολογία του εδάφους της Πρίνιτσας, αναφέρεται περί το 1272 περίπου, ήτοι μια δεκαετία περίπου αργότερα της εποχής που αναφερόμαστε και αφορά κάποιες εχθροπραξίες, όπως ήδη ελέχθη στα προηγούμενα. που επαναλήφθηκαν μεταξύ πρίγκιπα Γουλιέλμου και αυτοκράτορα Μιχαήλ.
     Έτσι λοιπόν σύμφωνα με τις καταγραφές αυτές γίνεται φανερό ότι η μάχη της Πρίνιτσας, διεξήχθη σε μέρος επίπεδο ή άλλως σε κάμπο. Κατόπιν τούτων δεν θα δεχθούμε την ήδη διατυπωθείσα άποψη ότι: «....Η φυσική διάπλαση του εδάφους της Πρινίτσας, όπως και της ευρύτερης περιοχής, έχει τη δική της ιδιομορφία. Αποτελείται από πευκόφυτες μικρές και μεγάλες ραχούλες που εντυπωσιάζουν τον επισκέπτη....», ούτε επίσης θα συμφωνήσουμε με το ότι: «....η θέση της Βίλλιζας που βρισκόταν σε «ανάβολον» μέρος, συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις για τον προσδιορισμό της Πρινίτσας σ αυτήν, όπου το 1263 οι «απρόσεχτοι» βυζαντινοί του Μυστρά υπέστησαν μια πραγματική πανωλεθρία....», αφού γίνεται ευκόλως κατανοητό ότι η μάχη της Πρίνιτσας διεξήχθη σε μέρος πεδινό ή άλλως σε κάμπο.
     Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να παρεμβάλουμε μερικές ακόμα καταγραφές από τους στίχους του «Χρονικού» σχετικές με τον αριθμό των στρατιωτών που έλαβαν μέρος στην εν λόγω μάχη της Πρίνιτσας. Είδαμε μέχρι τώρα μια από τις πολλές αναφορές σχετικά με τον αριθμό των στρατευμάτων που έλαβαν μέρος στην εν λόγω μάχη και η οποία μέσα από την σελίδα 195 και τους στίχους από 4657 μέχρι 46641 ήταν




«….Τ’ αλλάγια του φουσσάτου τους εχώρισαν ενταύτα


έξι χιλιάδες ευρέθησαν όπου ήσαν καβαλλάροι


αλλάγια εποίησαν δεκαοχτώ, προς τρία είχε η χιλιάδα


Τα πεζικά τους είχασιν άρίφνητα σε λέγω,


έπεί είχαν του Γαρδαλεβού σύν τα της Τσακωνίας,


του δρόγγου γάρ του Μελιγού καί της μεγάλης Μάϊνης.….»
     Σύμφωνα με την καταγραφή αυτή ο αριθμός των Βυζαντινών στρατιωτών υπολογίζεται σε 6 χιλιάδες ιππικό, ήτοι σύμφωνα με την ανάλυση των στίχων του, υπήρχαν 18 τμήματα εκ των οποίων ανά τρία υπήρχαν χίλιοι στρατιώτες, ήτοι σύνολον 6 χιλιάδες στρατιώτες ιππικού. Όσον αφορά τα τμήματα του πεζικού, δεν αναγράφονται στο σημείο αυτό, αλλά σημειώνεται ότι ήταν «αρίφνητα» δηλαδή ανυπολόγιστα.
     Σύμφωνα όμως με κάποιες άλλες καταγραφές από το εν λόγω έργο και συγκεκριμένα στην σελίδα 205 και στους στίχους με αριθμούς 3596/7, βρίσκουμε:




«….και αν μάθη ότι εκέρδισαν τον πόλεμον οι Φράγκοι


μόνοι τριακόσιοι μοναχοί κάν είκοσι χιλιάδες, ….»

ενώ από την σελίδα 228 και από τους στίχους με αριθμούς από 5500 μέχρι 5505 βρίσκουμε:




«….Ιδές, κύρη μου, αδελφέ, πόσα φουσσάτα είχες,


καβαλλαρίους γάρ και πεζούς κάν δέκα οχτώ χιλιάδες


εις την Πρινίτσαν, που ήλθες με παρρησίαν μεγάλην,


εις θάρρος γάρ και λογισμόν να επάρης τον Μορέαν


τριακόσιοι Φράγκοι ευρέθησαν όπου ήσαν εδικοί μου,


τον πόλεμον εκέρδισαν κ’ εσάς εκατεσφάξαν….»
     Προτού προχωρήσουμε σε κάποιο σχόλιο που θα θέλαμε να κάνουμε στο σημείο αυτό και το οποίο αφορά τον αριθμό των στρατιωτών που έλαβαν μέρος στην μάχη της Πρίνιτσας, ας μας επιτραπεί μια μικρή παρένθεση για να δούμε το είδος της σύνθεσης του εν λόγω Βυζαντινού στρατεύματος. Έτσι λοιπόν σύμφωνα με τους στίχους του «Χρονικού» και συγκεκριμένα από την σελίδα 191 και τους στίχους από 4553 μέχρι 4562 πληροφορούμαστε ότι κατά το ξεκίνημα και την προπαρασκευή της εκστρατείας αυτής, το Βυζαντινό στράτευμα απαρτίζονταν από:



«….Ένταύτα ήλθεν στην Τουρκίαν κ'έρρόγεψε τους Τούρκους·


χίλιους έρρόγεψε εκλεχτούς κι άλλους πεντεκοσίους,


καί ήλθαν κι ανατολικοί καν άλλες δύο χιλιάδες.


Έξάδελφόν του έδιόρθωσεν καί κεφαλήν τον θέτει


απάνω είς όλους εκείνους όπου με άκούεις καί λέγω,


τον Μακρυνόν τον έλεγαν, ούτως τον ώνομάζαν.


Κράζει τον γάρ και ορίζει τον να έπάρη τα φουσσάτα


εκείνα όπου του έδιδεν, να άπέλθη στον Μορέαν


να πολεμή και μάχεται μετά τον σύντεκνόν του,


έκείνον όπου έλέγασιν τον πρίγκιπα Γυλιάμον…..»
     Ενώ από την σελίδα 194 και από τους στίχους 4629 μέχρι 4634 πληροφορούμαστε ότι:



«….Ακούσων ταύτα ό βασιλέας έχάρηκεν μεγάλως·


τον Μέγαν γαρ Δεμέστικον, όπου ήτον αδελφός του,


κράζει καί λέγει του· «Αδελφέ, θέλω να ύπάης ένταύτα


»έκείσε γάρ εις τον Μορέαν, πάρε χίλιους μετ' έσου,


»όλους απάνω στα άλογα θέλεις να τους έκλέξης·



»ρίξον ρόγαν κ' ύπέρπυρα καί δός τους όσον θέλουν….»
     Με άλλα λόγια το «Χρονικό» παρουσιάζει ότι πρώτα ο αυτοκράτορας Μιχαήλ, απέστειλε 3.500 στρατιώτες με αρχηγό τον Μακρηνό και κατόπιν άλλους 1.000 στρατιώτες με αρχηγό τον αδελφό του Κωνσταντίνο.
     Όμως «….κατά τον Παχυμέρην, (Α', σ. 205—206), ό Αυτοκράτωρ άπέστειλεν ευθύς εξ αρχής τον άδελφόν του Κωνσταντίνον συνοδευόμενον υπό του παρακοιμωμένου Μακρυνού, του Αλεξίου Φίλη καί άλλων. Ή πληροφορία αυτή του Παχυμέρη φαίνεται πιθανωτέρα της του Χρονικού…..», καθώς επίσης «….Πιθανώτερον φαίνεται ότι ή εκστρατεία είχεν άπ' άρχής ως άρχηγόν τον Κωνσταντίνον, άδελφόν του αυτοκράτορος, ίσως δε ν' απεστάλησαν και κατόπιν νέαι έπικουρίαι….. Το δε Άραγ. Χρον. λέγει ότι οί "Έλληνες έζήτησαν βοήθειαν από τον αυτοκράτορα, όστις έστειλε τον άδελφόν του καί τον Κατακουζηνόν «πάππον του αυτοκράτορας Κατακουζηνού του βασιλεύοντος σήμερον». (Αραγ. Χρ. § 335). Ο αυτοκράτωρ Κατακουζηνός έβασίλευσεν άπό του 1347-1355….».
     Σύμφωνα λοιπόν με τις παραπάνω καταγραφές, δεν μπορούμε να βγάλουμε με ακρίβεια των αριθμό των στρατιωτών που έλαβαν μέρος στην μάχη της Πρίνιτσας. Και ενώ εδώ το «Χρονικό» όπως είδαμε πολλάκις αναφέρεται και από μόνο του συγχύζει τον αριθμό των στρατιωτών του Βυζαντινού στρατεύματος, εν τούτοις κατ’ αντίθεσιν συγκεκριμενοποιεί σε όλες τις καταγραφές του  τον αριθμό των Φράγκικων στρατευμάτων, που ως είδαμε επίσης, ανεβάζει τον αριθμό αυτόν σε 300 ή 312 στρατιώτες. Σχετικά με τα παρατειθεμένα αυτά νούμερα θα θέλαμε να κάνουμε της εξής επισήμανση. Αναφέραμε παραπάνω ότι ο συντάκτης – συγγραφέας του «Χρονικού», κατά την άποψή μας, η οποία σημειωτέον αναφέρεται για πρώτη φορά μέσα από το πόνημά μας αυτό, προσπαθεί να μυηθεί τον «Θείο» Όμηρο και τα γνωστά του έργα Ιλιάδα και Οδύσσεια. Κάπως έτσι το είδαμε εμείς. Μπορεί να κάνουμε και λάθος. Πάντως για εκείνο που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι ότι ο εν λόγω συντάκτης γνώριζε αρκετά καλά την αρχαία Ελληνική Ιστορία. Στο σημείο λοιπόν αυτό προσπαθεί να σφετεριστεί και να ταυτίσει τον αριθμό των Φράγκων στρατιωτών με τους τριακοσίους του Λεωνίδα στην γνωστή μάχη των στενών των Θερμοπυλών και συγχρόνως να αντιπαραβάλει, εμμέσως πλην σαφώς, την αντίσταση του Λεωνίδα με τον Jean De Katava. Ήταν άραγε μια έντεχνη παρουσίαση του αριθμού αυτού των Φράγκων με τον ανάλογο αριθμό των Ελλήνων του Λεωνίδα; Πρόκειται για ένα ερώτημα που πιθανώς δεν θα τύχει απάντησης. Κάποια όμως ακόμα περισσότερα στοιχεία της παλαιότερης Ελληνικής ιστορίας, που χρησιμοποιούνται από τον συντάκτη του «Χρονικού» και τους στίχους του έργου, θα μας δοθεί η ευκαιρία να καταγράψουμε και στην συνέχεια του παρόντος.
     Μια ακόμα απορία μας που θα θέλαμε να επισημάνουμε στο σημείο αυτό είναι το γεγονός ότι ενώ ο πρίγκιπας (Γουλιέλμος) έλειπε στην Κόρινθο οι άλλοι αυθέντες των υπολοίπων βαρωνιών τι έκαναν; Και καλά ο «μισίρ Ντζεφρές της Καρυταίνου ο αφέντης», ή άλλως Γοροφρείδος Ντε Μπριέρες της Καρυταίνας, έλειπε σε ερωτικό ταξίδι με την γυναίκα του Καταβά. Άξιον απορίας παραμένει η στάση και η μη συμμετοχή των υπολοίπων Βαρώνων και Φεουδαρχών στην εν λόγω μάχη και περισσότερο για αυτόν της Άκοβας, που στην προκειμένη, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ήταν ο εκ του Τουρίνου της Ιταλίας καταγόμενος, Γαρτιέρης Β’ Ροζιέρης.
     Ας επανέλθουμε όμως για λίγο σε όσα καταγράψαμε παραπάνω και τα οποία αφορούσαν την διαδρομή Ίσοβας – κάμπος Καρύταινας. Είδαμε λοιπόν ότι μετά μια δεκαετία περίπου όταν κατά την επανάληψη κάποιων μικρών εχθροπραξιών μεταξύ πρίγκιπα Γουλιέλμου και του Βυζαντινού στρατηγού Φιλανθρωπινού, το δυναμικό που παρέταξαν οι δύο αυτοί βαρώνοι ήταν:



«…Καί πάλε από την Άκοβαν ήλθε ό μισίρ Γατιέρης,


ό αφέντης του κάστρου εκείνου, με τα φουσσάτα όπου είχεν.


έκείσε είς την Καρύταιναν ένώθησαν άλλήλως.


έγνώμιασαν του καθενός το τί φουσσατα είχεν,


και ηύρασιν ότι είχασιν οί δύο εκείνοι φλαμουριάροι,


ό αφέντης της Καρύταινας κ’ εκείνος της Άκόβου,


ανθρώπους είς τα άλογα, καλά εκατόν πενήντα,


όπου ήσαν όλοι εκλεκτοί, στρατιώτες παιδεμένοι.


διακόσιους είχασιν πεζούς, όλους αρματωμένους….»
     Σύμφωνα με την καταγραφή λοιπόν αυτή, απορίας άξιον παραμένει τι έγινε όλο αυτό το στρατιωτικό δυναμικό στην μάχη της Πρίνιτσας. Κατόπιν τούτων θα συμφωνούσαμε και εμείς στο σημείο αυτό ότι: «....Εάν ή ήττα του βυζ. στρατού είς την Πρινίτσαν είναι γεγονός ιστορικώς έξηκριβωμένον, αί περιστάσεις τουλάχιστον υπό τάς οποίας έλαβε χώραν είναι ασφαλώς πολύ διάφοροι των εν τω Χρονικώ παρουσιαζομένων....».
     Αυτά εν περιλήψει γύρω από τον αριθμό των στρατιωτών της μάχης της Πρίνιτσας.
     Τρίτον. Δεν θα παραμείνουμε όμως περισσότερο στον αριθμό των Βυζαντινών στρατιωτών που ήλθαν στον Μορέα, με αρχηγό τον αδελφό, του αυτοκράτορα Μιχαήλ, σεβαστοκράτορα Κωνσταντίνο. Τώρα μένει να εξετάσουμε αν το τούρκικο στράτευμα που βρισκόταν στο πλευρό του Σεβαστοκράτορα Κωνσταντίνου έλαβε μέρος στην μάχη της Πρίνιτσας. Γιατί όπως έχουμε ήδη πληροφορηθεί μέσα από την έκδοση του Α. Μπούτσικα «…..Κάποιοι έχουν τη γνώμη ότι το τούρκικο αλλάγι, μετά την καταστροφή του μοναστηριού της Ίσο6ας, δεν ξαναγύρισε στην Καρύταινα, για να ενωθεί με το κύριο σώμα των βυζαντινών, αλλά, προφανώς, για να κερδίσει χρόνο, προχώρησε στην περιοχή της Σκιλλουντίας και έφθασε στην περιοχή της αρχαίας Ολυμπίας. Αυτή όμως πάλι βρίσκεται μακριά από την Πρινίτσα, ώστε δεν βλέπει κανείς να είχαν κανένα ιδιαίτερο όφελος. Αλλά και το «Χρονικόν» δεν αναφέρει διάβαση του Αλφειού, ενώ θα έπρεπε οπωσδήποτε, γιατί η διάβαση του είναι αρκετά δύσκολη κι επικίνδυνη, αφού από την Ολυμπία και κάτω αυτός είναι «πολυϋδρότατος….».
     Παραμένει απορίας άξιον γιατί κατεγράφη στο σημείο αυτό το: «….τούρκικο αλλάγι, μετά την καταστροφή του μοναστηριού της Ίσο6ας, δεν ξαναγύρισε στην Καρύταινα, για να ενωθεί με το κύριο σώμα των βυζαντινών….». Τούτο μπορεί να εξηγηθεί μόνον, όπως προαναφέραμε δηλαδή, ότι η έκφραση του: «Απαύτου εκατέβησαν ολόρθα εις την Πρινίτσαν», αντιστοιχεί κατ΄ αποκλειστικότητα και μόνον στο τούρκικο αλλάγι, μετά το πλιάτσικο, του μοναστηριού της Ίσοβας. Όμως στο σημείο αυτό μας γεννάται η απορία. Άραγε έλαβε μέρος στην μάχη της Πρίνιτσας το τούρκικο αυτό αλλάγι;. Την απάντηση στην απορία μας αυτή την δίνει το ίδιο το «Χρονικό» στην σελίδα 214 και στους στίχους 5117 μέχρι 5131, όταν οι ίδιοι οι τούρκοι με τους αρχηγούς τους, τον Μελίκ και τον Σαλίκ απολογούμενοι για την επικείμενη λιποταξία τους από το στράτευμα του Σεβαστοκράτορα Κωνσταντίνου και την προσφυγή τους και την συμμαχία τους με τον πρίγκιπα Γουλιέλμο, απολογούνται στον Σεβαστοκράτορα, λέγοντάς του:



«….Οί Τούρκοι γάρ ως το ήκουσαν, στριγγήν φωνήν έβάλαν


«Τί εν' το μας λέγεις, δέσποτα, τί μας κατονειδίζεις;


»’ς ποίον πόλεμον μας έβαλες κι ουδέν έποιήσαμε έργον;


»είς την Πρινίτσα ύπήγαμεν, έκεί όπου ήλθαν οι Φράγκοι,


»κι ουδέν μας άφηκες εμάς να έχωμεν πολεμήσει,


»άλλά έβαλες τους άρχοντες όπου έχεις, τους Ρωμαίους,


»τούς Φράγκους έπολέμησαν κ’ έδωκαν κονταρέας·


»ίδές το τί έδιαφόρησαν καί τί τιμήν σε έποίκαν.


»Ποίον ακούσετε Ρωμαίον με Φράγκον πολεμήσει,


»μέ το κοντάρι ή με σπαθί να τον έχη νικήσει;


»Οί πάντες όλοι εξεύρουν το, ως ένι γάρ κ’ ή αλήθεια·


»είς το κοντάρι κ' είς σπαθί οί Φράγκοι είναι στρατιώτες.


»Όμως ήμείς δια τους Ρωμαίους έτράπημαν έτότε,


»κ’ έφύγαμε εκ τον πόλεμον άνευ φταισίματός μας·


»διά συντροφίαν το έποιήσαμεν, τίποτε ουδέν το φταίομεν…..»
     Μετά από αυτό, γίνεται ακόμα περισσότερο φανερό, ότι η έκφραση:  «Απαύτου εκατέβησαν ολόρθα εις την Πρινίτσαν», αφορά την κίνηση του τουρκικού αλλαγιού και όχι την πορεία του Βυζαντινού στρατεύματος το οποίο ως είδαμε είχε στρατοπεδεύσει ή στρατοπέδευε στην Λιοδώρα.
     Κατόπιν τούτων, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι παρ’ όλο που ο Α. Μπούτσικας θέλει να γίνεται η επίθεση των Φράγκων αιφνιδιαστικά και μέσα από «….πολλές απότομες κυματιστές ραχούλες και τα πυκνά δένδρα….» ή «….σε άβολο και δυσκολοπερπάτητο μέρος….», σαν την τοποθεσία της Βύλλιζας, εν τούτοις η διεξαχθείσα μάχη, ως είδαμε μέσα από τους στίχους του «Χρονικού» και σύμφωνα με τους λόγους που αναλύσαμε παραπάνω, τελικά πραγματοποιήθηκε σε μέρος πεδινό ή άλλως σε κάμπο. Έτσι λοιπόν δεν θα συμφωνήσουμε με την άποψη ότι: «.....Έπειτα από τα όσα εκθέσαμε, η θέση της Βίλλιζας που βρισκόταν σε «ανάβολον» μέρος, συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις για τον προσδιορισμό της Πρινίτσας σ αυτήν, όπου το 1263 οι «απρόσεχτοι» βυζαντινοί του Μυστρά υπέστησαν μια πραγματική πανωλεθρία....».
     Καταλήξαμε όμως, σύμφωνα με όσα παραθέσαμε, ότι η τοποθεσία της μάχης ήταν πράγματι μια τοποθεσία της ευρύτερης περιοχής της Λιοδώρας. Κάποιοι ιστορικοί, όπως είδαμε, ταυτίζουν την τοποθεσία αυτή, με την περιοχή του χωριού που φέρεται σήμερα με το όνομα Πυρί η Πυρρής. Εδώ όμως μας γεννάται το εξής ερώτημα. Ήταν άραγε το Πυρί η μεσαιωνική Πρίνιτσα;
     5Β. ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΠΥΡΙ Ή ΠΥΡΡΗΣ (Άποψη διατυπωμένη από τον Στ. Δραγούμη)
     Την άποψη ότι η πραγματοποιηθείσα μάχη μεταξύ Βυζαντινών και Φράγκων πραγματοποιήθηκε περί την τοποθεσίας Πυρί υποστηρίζεται ως είδαμε από τον Στ. Δραγούμη. Παρ’ ότι διαφωνήσαμε με τον τρόπο της μετακίνησης των Βυζαντινών στρατευμάτων, ότι δηλαδή «....μετ' άνάβασιν προς την Λιοδώραν κατήλθαν πάλιν ολίγον προς κατασκήνωσαν είς την Πρινίτσαν....», όπως αναφέραμε παραπάνω, εν τούτοις με την άποψη αυτή, ότι δηλαδή η μάχη της Πρίνιτσας έγινε στην ευρύτερη περιοχή της Λιοδώρας, θα συμφωνούσαμε και εμείς για τους παρακάτω λόγους.
     Πρώτον. Η χαρακτηριστική έκφραση το: «Απαύτου εκατέβησαν ολόρθα εις την Πρινίτσαν» δηλαδή, αντιπροσωπεύει την κίνηση του Τουρκικού τμήματος και ως εκ τούτου η διαδρομή που ακολουθήθηκε από τους Βυζαντινούς ήταν μέχρι την Λιοδώρα.
     Δεύτερον. Η τοποθεσία της Λιοδώρας είναι όντως πεδινή που όπως είδαμε και το ίδιο «Χρονικό» υποστηρίζει σε πολλά σημεία της αφήγησής του, ότι η μάχη έγινε σε «κάμπο».
     Και τρίτον. Καθ’ όσον πληροφορηθήκαμε και οι ίδιοι από τους παλαιοτέρους κατοίκους του χωριού Πυρί αλλά και από κάποιους παλαιότερους χάρτες της περιοχής, έναν εκ των οποίων θα παραθέσουμε στην συνέχεια του παρόντος, αναγράφεται και λέγεται ακόμα και σήμερα περιοχή, η οποία ανήκει στην ευρύτερη αγροτική περιοχή του χωριού Πυρί με την ονομασία «Κάπελη». Βέβαια με την ονομασία αυτή, δηλαδή «Κάπελη» εννοούνταν παλαιότερα κάποια περιοχή στην οποία υπήρχε πυκνό δάσος. Με το όνομα αυτό φέρονται και άλλες πλησιόχωρες περιοχές όπως είναι ακόμα και σήμερα το χωριό Καπελίτσα, καθώς και «Κάπελη» λέγεται μια περιοχή μεταξύ των χωριών Χώρας, Ραχών και μέχρι της περιοχής του παλαιότερου οικιστικού χώρου – οικισμού με το όνομα Σταυρί. Για την «Κάπελη» της περιοχής αυτής θα μας δοθεί η ευκαιρία να αναφερθούμε σε κάποια περισσότερα σχόλια στην συνέχεια του παρόντος.
     Τώρα όμως ας επανέλθουμε στην πραγματική «Κάπελη», την περιοχή δηλαδή εκείνη, της ευρύτερης αγροτικής περιοχής του χωριού Πυρί. Η περιοχή λοιπόν αυτή της «Κάπελης» η οποία, ως είπαμε, ανήκει στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Πυρί, λεγόταν με το όνομα αυτό, από τα πολύ παλιά χρόνια, σύμφωνα με τις ομολογίες και τις διαβεβαιώσεις των κατοίκων του και δεν είναι μια νεότερη κατασκευασμένη λέξη. Την ονομασία αυτήν την παρέλαβαν όπως μας διαβεβαίωσαν από τους πατεράδες τους και εκείνοι από τους παππούδες τους και πάει λέγοντας. Έτσι λοιπόν στο σημείο αυτό θα θέλαμε να εκφράσουμε την απορία μας πως ο Στ.  Δραγούμης ο οποίος κατά κοινή ομολογία μας έχει δώσει «….παρατηρήσεις λίαν εδιαφέρουσαι και επιτυχείς ιδίως ως προς τας τοπωνυμικάς και τοπογραφικάς διακριβώσεις….» κατ’ ομολογία του Π. Καλονάρου, τοποθετεί την αναφερόμενη «Κάπελη», από τους στίχους του «Χρονικού», σε μια τέτοια εκ διαμέτρου αντίθετη τοποθεσία από εκείνη της ευρύτερης αγροτικής περιοχής του χωριού Πυρί της Λιοδώρας. Την τοποθεσία της «Κάπελης» των στίχων του «Χρονικού», τόσον ο Α. Μπούτσικας όσον και ο Στ. Δραγούμης την ταυτίζουν, ως είδαμε, με την ευρύτερη περιοχή της Φολόης και ας θυμηθούμε εδώ την σχετική καταγραφή, που μας έχει δώσει ο Στ. Δραγούμης για την εν λόγω τοποθεσία. Η καταγραφή αυτή είναι η ακόλουθη: «….Είς την Κάπελην. Το όνομα τούτο αδιάφθορον φέρει σήμερον οροπέδιον επίμηκες εν Ηλεία δεσπόζον εκτάσεως περιρρεομένης υπό δύο ποταμίων κλάδων, ένθεν μεν (ΝΔ) του παρά τα εν τω ΧΓΕ δεικνυόμενα υπό το όνομα Πύλος (Ρylos) ερείπια αρχαίας πόλεως διερχομένου ήλειακού Λάδωνος (Ladon), ένθεν δε του υπό το όνομα riviere de Vervini (Βερβίνη) εν τω χάρτη φερομένου. Έχει δε ο ΧΓΕ: Kapellis πλημμελώς εκ της γενικής, αντί Kapelli==Κάπελη (ή). Κατά ταύτα ανακριβής ελέγχεται ή εν Ιnd. οf Geogr.. Νames III επί της λέξεως «Κάπελη» σημείωσις του εκδότου του ΕΧ, ότι το οροπέδιον τούτο γειτνιάζει προς τον ποταμόν Doana (Έρύμανθον)…..». (Στεφ. Ν. Δραγούμη. Χρονικών Μορέως. Τοπωνυμικά – Τοπογραφικά – Ιστορικά. Σελ. 172).
     Χαρακτηριστικό της καταγραφής αυτής είναι το: «....Κατά ταύτα ανακριβής ελέγχεται ή εν Ιnd. οf Geogr.. Νames III επί της λέξεως «Κάπελη» σημείωσις του εκδότου του ΕΧ, ότι το οροπέδιον τούτο γειτνιάζει προς τον ποταμόν Doana (Έρύμανθον)…..». Για την παρούσα ανακρίβεια η οποία με έμφαση σημειώνεται από τον Στ. Δραγούμη πρέπει να πούμε ότι η εν λόγω «Κάπελη», που σημειώνεται παράλληλα και από τον εκδότη του ΕΧ, πρόκειται για την προαναφερόμενη «Κάπελη» της περιοχής του παλαιότερου Δήμου με το όνομα «Δήμος Διποταμίας» και περιλάμβανε τα χωριά και γενικότερα την περιοχή μεταξύ των ποταμών Ερυμάνθου και Λάδωνα. Συγκεκριμένα η περιοχή αυτή, ως ελέχθη προηγουμένως, βρίσκεται μεταξύ των χωριών Χώρας, Ραχών και μέχρι της περιοχής του Σταυρίου. Μια συγκεκριμένη και σαφής αναφορά για την ακριβή τοποθεσία της εν λόγω «Κάπελης», την οποία ως είδαμε χαρακτηρίζεται ως «ανακριβής» από τον Στ. Δραγούμη, είναι και η ακόλουθη καταγραφή από το βιβλίο του Ασ. Αν. Καρδάση στο έργο του με τίτλο: «Από τας φλόγας προς την Δόξαν» έκδοσης 1960. Στο εν λόγω βιβλίο λοιπόν η ακριβής τοποθεσία της εν λόγω «Κάπελης» ήταν: «....η συγκέντρωσις αύτη, είχεν ορισθή δια το χωρίον Λυκοχώρι, κειμένου εντός της δασώδους περιοχής «Κάπελη» βορείως του χωρίου Ράχες....». (Ασ. Αν. Καρδάσης. Από τας φλόγας προς την Δόξαν. Σελ. 300).
     Την αναφερομένη τοποθεσία της «Κάπελης», κατά τον Στ. Δραγούμη, ήτοι της περιοχής της Φολόης καθώς και την υποτιθεμένη πορεία που ακολούθησε ο Σεβαστοκράτορας, ή άλλως Μέγας Δομέστικος, Κωνσταντίνος, μπορείτε να δείτε στον παρακάτω χάρτη της περιοχής, μέσα από την έκδοση, του εν λόγω ιστορικού.

 
 
 
     Όλα αυτά, τα σχετικά με την «Κάπελη» και η επιμονή που δείξαμε για να εντοπίσουμε την πραγματική «Κάπελη» των στίχων του «Χρονικού», τα αναφέραμε για να διασαφηνίσουμε το καταγεγραμμένο ήδη από τους στίχους του, το χαρακτηριστικό: «εκείθεν εκ την Λέβιτσαν στην Κάπελην ανέβη». Βέβαια για τον τρόπο της καταγραφής του στίχου αυτού θα αναφερθούμε εκτενέστερα παρακάτω.
     Στο παρών όμως σημείο θα θέλαμε να κάνουμε μια μικρή παρένθεση και τούτο γιατί θέλουμε να εκφράσουμε ακόμα μια διαφωνία μας. Η διαφωνία μας αυτή είναι αν πράγματι το Πυρί πήρε την ονομασία του αυτή, από την παλαιότερη μεσαιωνική Πρίνιτσα ή Πρινίτσα.
     Έχουμε ήδη υποστηρίξει, ότι η ονομασία Πυρί ή Πυρρής ως εκφέρεται σήμερα, είναι για μας περισσότερο πιθανό ότι αυτή μας ήλθε από τα βορειοδυτικά τμήματα του παλαιότερου ευρύτερου Ελλαδικού χώρου. Τούτο συνέβη περί το 1430 μ. Χ. και μετά,  όταν μετά από την παραίνεση του αυτοκράτορα Μανουήλ ήλθαν πολλοί έποικοι από τα μέρη αυτά. Την εποχή αυτή θα πρέπει να αναζητήσουμε και πολλά ακόμα άλλα τέτοια τοπωνύμια και παλαιότερες ονομασίες πολλών χωριών της περιοχής μας, όπως Μπέλεσι, Τσιάρεσι, Βρετουμπούγα, Σουλάτικα, κ.λ.π. Την άποψή μας αυτή έχουμε υποστηρίξει και στο έργο μας με τίτλο «ΤΟ ΚΑΛΛΙΑΝΙ (ΟΝ) – ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ – ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΩΤΗ – ΜΑΙΟΣ 2003 στο Δέκατο Κεφάλαιο με τίτλο: «ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΚΑΛΛΙΑΝΙ». Για περισσότερες λεπτομέρειες καθώς και το σκεπτικό ή κάποιες ενδείξεις για την τεκμηρίωση της άποψής μας αυτής, μπορείτε να ανατρέξτε στο προαναφερόμενο έργο. Ας επιστέψουμε όμως στην ανάλυση της ετυμολογίας της λέξης «Πρίνιτσα».
     Δύο είναι οι κυριότερες τοποθεσίες της περιοχής της Λιοδώρας, κατά την γνώμη μας, οι οποίες μας τραβάνε την προσοχή και προσφέρονται για μια περισσότερο διεξοδική ανάλυση, όσων αφορά την εκμαίευση της πιθανής τοποθεσίας της μεσαιωνικής Πρίνιτσας. Οι τοποθεσίες αυτές είναι οι ακόλουθες. Η μεν πρώτη η παλαιότερη Μπρατίτσα, τοπωνύμιο παλαιότερα και σήμερα οικιστικός χώρος – χωριό, με την σύγχρονη μετονομασία του σε Παρνασσός και η δεύτερη ο μικρός οικισμός που σήμερα φέρεται με το όνομα Μπερτσιά. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήξαμε από τις πολλές αναφορές και τους διαφορετικούς τρόπους που συναντάμε καταγεγραμμένη την λέξη «Πρίνιτσα», μέσα από τους στίχους των «Χρονικών», από τις διάφορες γλώσσες και εκδόσεις που φέρεται αυτό γραμμένο. Ας επαναλάβουμε όμως στο σημείο εδώ και ας θυμηθούμε τους τρόπους με τους οποίους βρίσκουμε καταγεγραμμένη την λέξη «Πρίνιτσα». Έτσι λοιπόν όπως πληροφορηθήκαμε από τις διάφορες εκδόσεις, που έχουμε ήδη παραθέσει στα προηγούμενα, είδαμε ότι:,
«….Στο ελληνικό «Χρονικόν» αναφέρεται ως Πρινίτσα και στο γαλλικό ως LΑ ΡRΕΝΙCΑ, ενώ στο αραγωνικό (παράγραφος 350) ως ΡΕRΝΙCΑ και (στην επόμενη 351) ως ΡΕRΙΝCΑ….», κατά Μπούτσικα, ενώ «….Πρίνιτσα (ΕΧ), La Brenice (ΓΧ) Perinca  ή Pernica (ΑΧ)….», κατά Στ. Δραγούμη.
     Αν και η σημερινή Μπρατίτσα καταγράφεται, σύμφωνα με την σπουδαία εργασία του Βασίλη Παναγιωτόπουλου στο έργο του με τίτλο: «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου. 13ος – 18ος αιώνας», στην σελίδα 325 για πρώτη φορά περί το 1815, στην απογραφή του εν Πάτρας Γάλλου πρόξενου Pouqueville, εν τούτοις δεν θα μπορούσαμε να μην εκλάβουμε σαν δεδομένο ότι το τοπωνύμιο αυτό προϋπήρχε πολύ πριν της παραπάνω χρονολογίας. Η πρώτη λοιπόν αυτή καταγραφή έχει καταγράψει τον οικιστικό αυτόν χώρο – χωριό εκ παραδρομής με την ονομασία «Bastitza». Στην απογραφή του 1829 (Expedition 1829) καταγράφεται σαν «Bratitsa» και απογράφονται 8 οικογένειες με 39 άτομα. Το αρχικό όμως λάθος της καταγραφής της ονομασίας της «Μπρατίτσας» συνεχίζεται και στις επόμενες καταγραφές του οικιστικού αυτού χώρου και τελικά αποδίδεται στην εν λόγω εργασία του Β. Παναγιωτόπουλου με την ονομασία «Μπαρτίτσα». Κατόπιν τούτου και σύμφωνα με τις υπάρχουσες καταγραφές της «Πρίνιτσας» θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αρχική «Πρίνιτσα» έγινε «Μπρίτιτσα» στην συνέχεια «Μπράτιτσα» για να καταλήξει στο σημερινό «Μπρατίτσα». Δεν θα μπορούσαμε να μην παρατηρήσουμε στο σημείο εδώ, την ομόηχη τουλάχιστον, απόδοση των δύο αυτών λέξεων καθώς και την τοποθεσία της η οποία, ως γνωστόν, βρίσκεται στον κάμπο της Λιοδώρας.
     Μια ακόμα σημερινή τοποθεσία που θα μπορούσε να μας τραβήξει την προσοχή και αξίζει για μια διεξοδικότερη ανάλυση είναι και η τοποθεσία του μικρού οικιστικού χώρου, σήμερα, που αποδίδεται με την ονομασία «Μπερτσιά»». Αν και δεν φαίνεται πολύ πιθανό να ταυτίσουμε την τοποθεσία της Πρίνιτσας με το όνομα του οικισμού, εν τούτοις ονοματολογικά τουλάχιστον θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Πρίνιτσα έγινε Μπρίνιτσα – Μπρίνιτζα – Μπρίντζια για να καταλήξει στο σημερινό Μπερτσιά. Ειδικά αν εκλάβουμε σαν περισσότερο αντιπροσωπευτική την αναφορά που γίνεται στα ξένα «Χρονικά» και ειδικότερα εκείνου του Αραγωνικού, το οποίο χαρακτηριστικά αναφέρει «….Perinca  ή Pernica (ΑΧ)….», κατά Στ. Δραγούμη και ειδικότερα την καταγραφή «….Perinca…», την οποία μπορούμε να προφέρουμε σαν «ΠΕΡΙΝΤΣΙΑ», ευκόλως θα μπορούσαμε να πούμε ότι η «ΠΕΡΙΝΤΣΙΑ», στο πέρασμα του χρόνου έγινε «(Μ)Πέριντσια», για να καταλήξει τελικά, ως είπαμε, στο σημερινό «Μπερτσιά». Ακόμα και η Γαλλική έκφραση «La Brenice», θα μπορούσαμε να πούμε, ότι μπορεί και είναι πιθανό να έχει καταλήξει με την ίδια αυτή έκφραση, δηλαδή «Μπερτσιά», στο πέρασμα του χρόνου. Την παρούσα σύνδεση της μεσαιωνικής Πρίνιτσας με την σημερινή τοποθεσία της Μπερτσιάς θα μπορούσαμε να την συνδέσουμε με δύο τρόπους. Ο πρώτος τρόπος είναι πιθανόν ο οικισμός αυτός να ήταν ο κυριότερος της περιοχής της Λιοδώρας, για την εποχή εκείνη και ο δεύτερος τρόπος είναι ότι θα μπορούσε να καταγραφή σαν την μετοίκηση κάποιων κατοίκων από την ευρύτερη περιοχή της Λιοδώρας στο σημείο αυτό, όπου δηλαδή βρίσκεται σήμερα ο εν λόγω οικισμός. Αν και την άποψή μας εδώ, την αυτό-χαρακτηρίζουμε λίγο παρακινδυνευμένη, εντούτοις δεν θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε τις ομοιότητες μεταξύ της προφοράς των δύο παραπάνω αναφερομένων λέξεων, επίσης.
     Τέλος να αναφέρουμε ότι με την ονομασία αυτή, δηλαδή Μπερτσιά, αντιπροσωπεύεται σήμερα, ένας μικρός οικισμός μεταξύ των χωριών Δάφνης και Κοκλαμά.
     Εκείνο που επίσης θα θέλαμε να καταθέσουμε στο εν λόγω πόνημά μας είναι ότι μετά από την προσωπική μας έρευνα για το όνομα «Πρίνιτσα», δεν βρήκαμε κάποια λέξη που να έχει κάποια ανάλογη και σαφή εξήγηση, περί της τοποθεσίας αυτής, στα Σλάβικα μιας και στην Ελληνική ως γνωστόν, δεν υπάρχει κάποια πιθανή εξήγηση ή ανάλογη λέξη. Αντίθετα όμως, αν επιστρέψουμε στα Σλάβικα, η ονομασία της ομόηχης τουλάχιστον προφερόμενης λέξης «Πέρνιτσα», σήμερα σημαίνει «μολυβοθήκη». Η εξήγηση αυτή, στην προκειμένη περίπτωση, δεν νομίζουμε ότι προσφέρει κάτι σημαντικό στην μεσαιωνική «Πρίνιτσα». Ακόμα θα θέλαμε να καταθέσουμε στο σημείο αυτό, ότι δεν βρήκαμε κάποιο ανάλογο τοπωνύμιο στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων με το όνομα «Πρίνιτσα». Αντίθετα όμως έναν παλαιότερο οικιστικό χώρο με την ονομασία «Πρένιστα ή Μπρέντιστα» βρήκαμε στην ευρύτερη περιοχή της Άρτας. Η σχετική καταγραφή περί του τοπωνυμίου αυτού μέσα από το έργο του Αντ. Μηλιαράκη με τίτλο: Ιστορία του Βασιλείου της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1204-1261), έχει ως εξής: «….Οι κάτοικοι του χωριδίου Πρένιστα ή Μπρέντιστα, εν τή παλαιά έπαρχία Άρτης, δεξιά του Άράχθου, καί εν τη περιοχή Τσουμέρκων, έχουσι παράδοσιν ότι εν τη αυτόθι Μονή του Άγιου Νικολάου κατέφυγεν η Θεοδώρα διωχθείσα· δεικνύουσι δε και το καταφύγιον αυτής. Σεραφείμ, του Βυζαντίου, Δοκίμιον Ιστορικής τίνος περιλήψεως της... Άρτης, σελ. 17. Όρα αυτόθι και σ. 139, περί του υπό της Θεοδώρας ανεγερθέντος ναού του Άγ. Γεωργίου, εν ώ ετάφη, καί σελ. 149….». (Αντ. Μηλιαράκης. Ιστορία του Βασιλείου της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου. (1204 -1261). Σελ. 327). Για την εν λόγω περιοχή των Τσουμέρκων και γενικότερα την περιοχή της ευρύτερης περιφέρειας της Βορειοδυτικής Ελλάδας έχουμε αναφερθεί σχετικά, στο άρθρο μας, που εκδώσαμε στις 27 Οκτωβρίου 2003 με τίτλο: «Οι παραδόσεις του χωριού μας και της ευρύτερης περιοχής του. (...Συμπληρωματική αναφορά)». Στο άρθρο μας λοιπόν αυτό, είχαμε αναφερθεί στην ταύτιση μερικών τοπωνυμίων – οικιστικών χώρων, παλαιότερα ή ακόμα και σήμερα, τα οποία τα συναντάμε τόσον στην μια περιοχή όσον και στην άλλη, καθώς επίσης και την ταύτιση μερικών θρύλων που ίδιοι και απαράλλακτοι υπάρχουν στις δύο αυτές περιοχές. Έτσι λοιπόν και η «Πρένιστα ή Μπρέντιστα», της Βορειοδυτικής Ελλάδας έρχεται τώρα να επιβεβαιώσει τα όσα ισχυριστήκαμε στο άρθρο μας αυτό. Περισσότερα όμως και αναλυτικά, για το σκεπτικό μας καθώς και την πλήρη ανάλυση του εν λόγω άρθρου μας, καταθέτουμε στην συνέχεια και στο τέλος του παρόντος, με τίτλο: «Οι παραδόσεις του χωριού μας και της ευρύτερης περιοχής του. (...Συμπληρωματική αναφορά)» Μέρος Ι , Μέρος ΙΙ. και Μέρος ΙΙΙ.    
     Μιας και ο λόγος όμως, περί των παλαιοτέρων ονομασιών της περιοχής της Λιοδώρας ας επιστρέψουμε και ας δούμε στο σημείο αυτό, μια ακόμα ανάλυση για την ονομασία της περιοχής της Λιοδώρας, έτσι όπως μας την παρέδωσε και την κατέγραψε ο Δημητσανίτης ιστορικός Τάκης Κανδηλώρος στο έργο του με τίτλο: «Η ΓΟΡΤΥΝΙΑ. Από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς» - Εκδόσεις Διόνυσος. 1898». Στο έργο λοιπόν του ιστορικού αυτού και όταν ο ίδιος μας αναλύει την περίοδο των Βυζαντινών χρόνων, προτού την κατάκτηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Φράγκους, αναφερόμενος σε κάποιους εντοπίους άρχοντες της Πελοποννήσου, καταγράφει χαρακτηριστικά: «....Είς εκ .....τούτων ήτο πιθανώς και ο εν Γορτυνία Λεόδωρος, μέγας γαιοκτήμων, νεωτερίσας και κτίσας επί των τειχών του Παληοκάστρου, της ακροπόλεως δηλ. του Βουφαγίου, νέον μεσαιωνικόν οχύρωμα, πρός άμυναν. Ο μικρός ούτος δυνάστης κατώκει, εις την Παναγίαν της Ηραίας, μεταξύ των χωρίων Μπέτσι και Καλύβια. Εκ του Λεοδώρου δ’ εκείνου μετωνομάσθη έκτοτε η Ηραία, μέχρι και τούδε καλείται Λειοδώρα, κυρίως δε τα πεδινά αυτής χωρία. Πλείονα περί τούτου δεν ηδυνήθημεν ένεκα της παρελεύσεως αιώνων να εξακριβώσωμεν (ιδέ και Ιερωνύμου Βογιατζή περιοδείαν εν «Βύρωνι» 1874 φυλ. 1-3....». (Τ. Κανδηλώρου. Η Γορτυνία. Από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς. Σελ. 48).
     Αυτές ήταν κυρίως οι απόψεις μας για την μάχη της Πρίνιτσας και παράλληλα κάποιες απόψεις μας για το που βρισκόταν η μεσαιωνική αυτή πόλη της ευρύτερης περιοχής της Λιοδώρας.
     Όμως ήλθε η ώρα να εστιάσουμε την προσοχή μας για να βρούμε την μεσαιωνική «ΛΕΒΙΤΣΑ», όπου είναι και ο κύριος στόχος του πονήματός μας αυτού. 
     6. Η ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΒΙΤΣΑΣ 
     Σύμφωνα με τα όσα παραθέσαμε μέχρι τώρα και αφού δείξαμε σύμφωνα με τις ενδείξεις που επίσης παραθέσαμε στην μέχρι τώρα ανάλυσή μας, ότι η πιθανότερη τοποθεσία της μάχης έγινε στην περιοχή της Λιοδώρας, περί της τοποθεσίας του χωριού Πυρί, μένει τώρα να εξετάσουμε και να βρούμε που και ποια ήταν η πραγματική θέση της τοποθεσίας της αναφερομένης με την ονομασία «Λέβιτσα».
     Ας επαναλάβουμε όμως και ας θυμηθούμε στο σημείο εδώ, τις δύο αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις για την πιθανή τοποθεσία της εν λόγω οικιστικής τοποθεσίας – χωριού ή πόλης. Είδαμε λοιπόν, μέσα από την έκδοση του Α. Μπούτσικα να τοποθετείται το χωριό αυτό με κάποιο παραπλήσιο μέρος, τοπωνύμιο σήμερα, της ερύτερης αγροτικής περιοχής, (θα αναφερθούμε παρακάτω και σε αυτό), του χωριού Χελιδόνι του νομού Ηλείας, λέγοντας χαρακτηριστικά: «….Σύμφωνα με την αφήγηση του «Χρονικού» η Λέβιτσα βρισκότανε κοντά στην Πρινίτσα, μάλλον βορειοανατολικά της προς το μέρος της Κάπελης. ( – Εννοείτε εδώ την «Κάπελη» της Φολόης – ). Ο καθηγητής Κ. Ν. Ηλιόπουλος (Το Τοπωνυμικόν της Ηλείας, σελ. 156) αναφέρει τη θέση Λεβίτσα κοντά στο Χελιδόνι….», στην συνέχεια όμως διατυπώνει τις αμφιβολίες του λέγοντας χαρακτηριστικά: «….αλλά το Χελιδόνι πέφτει πολύ χαμηλά, από όπου είναι αδύνατο να πέρασε. Έ­τσι εύκολα μπορεί ν' αναρωτηθεί κανείς, ποιά γεωγραφική σχέση υπάρ­χει ανάμεσα στη Λέβιτσα και Λεβίτσα, αφού μόνο στον τονισμό διαφέ­ρουν….», καθώς επίσης ότι:, «....με τα δεδομένα αυτά, η Λέβιτσα στο Χελιδόνι δεν έχει σχέση με τη Λέβιτσα της Κάπελης....». Με τις σκέψεις λοιπόν και τους συσχετισμούς αυτούς στην συνέχεια αμφιβάλει λέγοντας χαρακτηριστικά ότι: «….αυτό, όμως ως υπόθεση μόνο μπορεί να τεθεί γιατί δεν υπάρχουν στοιχεία….», για να καταλήξει στο τέλος ότι: «….είναι και αυτό, ένα νεκρό τοπωνύμιο….». Τέλος μέσα από την έκδοση του Στ. Δραγούμη στο αντίστοιχο κεφάλαιο και αναφορά που κάνει για την Λέβιτσα, η χαρακτηριστική καταγραφή της οποίας έχει ως εξής: «….επί της προς της Κάπελην διόδου συμπίπτει η σημερινή κώμη Βερβίτσα….». Με άλλα λόγια ο Στ. Δραγούμης ταυτίζει την μεσαιωνική «Λέβιτσα» με την Βερβίτσα ή αλλιώς με την σημερινή ονομασία του χωριού Τρόπαια και έδρα του ομώνυμου Δήμου στον οποίο ανήκει διοικητικά το χωριό μας.
     Η τοποθεσία όμως της Λέβιτσας δεν θα μπορούσε να ταυτιστεί με καμία από τις δύο αυτές προτεινόμενες και ενδεικνυόμενες τοποθεσίες, σύμφωνα με την καταγραφή του «Χρονικού». Τούτο το υποστηρίζουμε γιατί ως είδαμε στην αφήγηση του και στον συγκεκριμένο στίχο του, αναφέρει: «εκείθεν εκ την Λέβιτσαν στην Κάπελην ανέβη». Έτσι λοιπόν όπως καταγράφεται η κίνηση του Σεβαστοκράτορα Κωνσταντίνου δείχνει ότι ο Κωνσταντίνος βρισκόταν στην Λέβιτσα και φεύγοντας από εκεί ανέβηκε στην Κάπελη. Όμως ο Σεβαστοκράτορας Κωνσταντίνος,  δεν βρισκόταν και τούτο πρέπει να τονιστεί όλως ιδιαιτέρως, στην Λέβιτσα αφού όπως είδαμε μέσα από τους ίδιους στίχους του «Χρονικού» βρισκόταν στο «ανάβολον» που τελικά ήταν πεδινό και επίπεδο (κάμπος), μέρος της Πρίνιτσας, που με την σειρά της η Πρίνιτσα βρισκόταν ήδη στην «Κάπελη» και εδώ εννοούμε την «Κάπελη» της ευρύτερης περιοχής της Λιοδώρας και παραπλήσια του χωριού Πυρί. Επομένως ο παρών στίχος του «Χρονικού» θα έπρεπε αντί του ήδη καταγεγραμμένου, «Εκείθεν εκ την Λέβιτσαν στην Κάπελην ανέβη», θα έπρεπε να διορθωθεί και να αποδοθεί με τον εξής τρόπο: «Εκείθεν εκ την Κάπελην στην Λέβιτσαν ανέβη». Με τον τρόπο αυτόν φαίνεται καθαρά πως ο Σεβαστοκράτορας υποχώρησε εκ της Πρίνιτσας η οποία βρισκόταν στην περιοχή της Κάπελης της Λιοδώρας και ανέβηκε στην Λέβιτσα ήτοι σε μέρος υψηλότερο του πεδινού τμήματος του κάμπου της Λιοδώρας.
     Στο σημείο εδώ θα θέλαμε να εκφράσουμε την απορία μας σχετικά με την υπάρχουσα καταγραφή του εν λόγω στίχου του «Χρονικού», με τα ίδια λόγια που χρησιμοποίησε και ο Στ. Δραγούμης σχετικά με το ποια μάχη έγινε πρώτα, αν ήταν δηλαδή αυτή των Σεργιανών ή της Πρίνιτσας. Ο Στ. Δραγούμης, ως έχουμε αναφέρει τοποθετεί πρώτα την μάχη των Σεργιανών, (τα οποία τοποθετούνται στην ευρύτερη περιοχή της Ανδραβίδας) το 1264 από αυτήν της Πρίνιτσας το 1263. Ο ίδιος εκφράζει την απορία του λέγοντας, «....κύριος οίδεν ένεκα τίνος των σημειωμάτων αναμίξεως, τίνος συγχύσεως της κριτικής των χρονικογράφων ικανότητος, τίνος πλάνης κατά την ώραν της ανακατατάξεως και της διηγηματικής συρραφής....». Την ίδια έκφραση και την ίδια απορία θα μπορούσαμε να εκφράσουμε και να χρησιμοποιήσουμε και εμείς στο παρών σημείο του «Χρονικού». Η δική μας απορία δεν αφορά όμως την αφήγηση κάποιων ολοκληρωμένων γεγονότων, αλλά αφορά κυρίως την αντιστροφή δύο και μόνον λέξεων. Δύο και μόνον λέξεων οι οποίες όμως τοποθετούν όλα τα «πράγματα», περί της μάχης της Πρίνιτσας, στην θέση τους. Κυρίως τοποθετούν στην θέση τους όλα τα αναφερόμενα, μέσα από τους στίχους του «Χρονικού», τοπωνύμια και τα μέχρι τώρα μερικά «νεκρά τοπωνύμια» της περιοχής που αυτό αναφέρεται. Τοποθετούν στην θέση τους και τα «Σέρβια» και τον «Στρατέαν» και την «Κάπελη» και ως θα δούμε παρακάτω και την «Λέβιτσα».
     Έτσι λοιπόν θα διαφωνήσουμε στο παρών σημείο με την καταγραφή του Στ. Δραγούμη ο οποίος σύμφωνα με τους στίχους του «Χρονικού» πάντα, μας δίνει την πορεία του Σεβαστοκράτορα Κωνσταντίνου ως: «….το Ελληνικό Χρονικόν εικονίζει τον εν φυγή Παλαιολόγον οδηγούμενον από Πρινίτσης («εκείθεν») δια της Λεβίτσης («εκ την Λέβιτσαν») όπως αναβή εις το οροπέδιον («στην Κάπελη ανέβη»)….». Εμείς στο σημείο αυτό θα λέγαμε ότι πρέπει να «εικονίσουμε τον εν φυγή Παλαιολόγον οδηγούμενον «από την Κάπελη της Πρίνιτσας εκείθεν δια της Λέβιτσας», να καταλήξει στον πολυπόθητο Μυστρά. Εξ’ άλλου ας μην ξεχνάμε ότι, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, η τοποθεσία της «Κάπελης» κατά Στ. Δραγούμη βρίσκεται σε εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία από αυτήν της κατεύθυνσης του Μυστρά, όπου ο Κωνσταντίνος «πολλά επεθύμα» για την επιστροφή του, μετά την ήττα που δέχτηκε στο σημείο αυτό της Πρίνιτσας της Λιοδώρας.
     Το μέρος λοιπόν αυτό, της Λέβιτσας που προτίμησε ο Σεβαστοκράτορας Κωνσταντίνος να καταφύγει ήταν μεταξύ των δύο κυρίων όγκων του στρατού του, που πανικόβλητος υποχώρησε άτακτα προς δύο κυρίως κατευθύνσεις. Ο ένας όγκος ακολούθησε τα ορεινά τμήματα, ως είδαμε, προς την κατεύθυνση του χωριού Σέρβου και το άλλο τμήμα ακολούθησε τα ορεινά τμήματα του παλαιότερου χωριού Στρατίη (εξ’ ου στράτος και προς την στρατέαν) του θείου Όμηρου. Ας μείνουμε όμως λίγο σε αυτό το τελευταίο. Στην αναφορά δηλαδή του στίχου του «Χρονικού» με την χαρακτηριστική καταγραφή «...είς τους δρυμώνες έφυγαν έκεί προς τον στρατέαν....». Όπως έχουμε ήδη πληροφορηθεί από την έκδοση του Στ. Δραγούμη, ο εν λόγω ιστορικός ταυτίζει «τον στρατέαν» με την Ομηρική πόλη Στρατίη η οποία πιθανότατα βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή της τοποθεσίας που φέρεται σήμερα με την ονομασία Σταυρί. Η χαρακτηριστική καταγραφή του Στ. Δραγούμη, η οποία ας μας επιτραπεί να επαναλάβουμε εδώ είναι: «....ούτω «τον (Σ)τρατέαν» ουχί «την στράταν» ως εν στίχοις 505, 513, 648.…. Περί Στρατίας της ομηρικής πόλεως ιδέ εν Αρκαδικής Επετηρίδας (Τάκη Κανδηλώρου) 1903,  σελ. 184 –185...». Με την παρούσα καταγραφή θα συμφωνούσαμε και εμείς και παράλληλα θα τονίζαμε για μια ακόμα φορά ότι ο συντάκτης του «Χρονικού» αν μη τι άλλο γνώριζε καλά όχι μόνον την Ελληνική Ιστορία αλλά πρέπει να είχε και υπ΄ όψιν του τα έργα του Ομήρου. Να ένας ακόμα λόγος για την υποστήριξη της άποψής μας για αυτό που καταγράψαμε στα προηγούμενα, σχετικά με τον παραλληλισμό του έργου του «Χρονικού» και εκείνων των έργων του Ομήρου.
     Λέγαμε λοιπόν ότι μεταξύ των δύο αυτών κατευθύνσεων, που πανικόβλητος διασκορπίστηκε ο Βυζαντινός στρατός, του Σεβαστοκράτορα Κωνσταντίνου, υπάρχει ή μάλλον για να γίνουμε περισσότερο ακριβολόγοι, υπήρχε, τις παλαιότερες εποχές, ένα τοπωνύμιο που φερόταν με το όνομα Λέβιτσα. Το τοπωνύμιο αυτό αντιπροσωπεύεται σήμερα από μια μικρή και άγονη περιοχή στα σύνορα της ευρύτερης αγροτικής περιοχής του χωριού Ρένεσι (σήμερα Καστράκι) και του δικού μας, του Καλλιανίου. Στην περιοχή αυτή σύμφωνα με κάποια παλαιότερα έγγραφα, τα οποία θα παραθέσουμε στην συνέχεια του παρόντος, δείχνουν ότι στην περιοχή αυτή, υπήρχαν και ιδιοκτησίες των παλαιότερων Καλλιαναίων. Κάποιες λίγες, έχουν μείνει ακόμα. Έτσι λοιπόν σύμφωνα με τα έγγραφα από τα παραχωρητήρια Εθνικών γαιών με βάση τον Νόμο ΥΛΑ’/25-3-1871, τα οποία βρίσκονται στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, (έχουμε αναφερθεί σχετικά στο έργο μας το «ΤΟ ΚΑΛΛΙΑΝΙΟΝ – ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ, στο Ένατο Κεφάλαιο με τίτλο: «Ανάλυση Καλλιανιώτικων Επωνύμων»), που πραγματοποιήθηκαν και καταγράφηκαν την 11η Αυγούστου του 1882, το τοπωνύμιο αυτό φέρεται καταγεγραμμένο με τους εξής βασικούς τρόπους. Όπως μπορείτε να δείτε και μόνοι σας, στο επισυναπτόμενο έγγραφο, στην συνέχεια του παρόντος, ο πρώτος τρόπος που βρίσκουμε καταγεγραμμένο το τοπωνύμιο αυτό, είναι Λεβείτιτσα ο δεύτερος είναι Λεβίτζα και ο τρίτος Λεβίτιζα.


 
     Είδαμε και μάθαμε από την έκδοση του Α. Μπούτσικα ότι ο όρος ή η λέξη αν προτιμάτε, Λέβιτσα, σημαίνει «όνομα νερών» ή «αριστερός». Η δική μας έρευνα γύρω από την λέξη «Λέβιτσα» στα Σλάβικα, μιας και στην Ελληνική δεν συναντήσαμε κάποια εξήγηση από την εν λόγω λέξη, πράγματι σημαίνει «αριστερός». Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται περισσότερο σε γυναίκες οι οποίες χρησιμοποιούν το αριστερό χέρι περισσότερο από το δεξί. Με άλλα λόγια καταγράφει τις «αριστερόχειρες». Όμως δεν μπορέσαμε να βρούμε την σημασία του όρου και δεν κατανοήσαμε την επεξήγηση ότι παράλληλα σημαίνει και «όνομα νερών», κατά αναφορά του Α. Μπούτσικα.
     Έτσι όμως ή αλλιώς, ο όρος αυτός ανταποκρίνεται πλήρως και με τις δύο αυτές εξηγήσεις της λέξης. Τούτο γιατί και αριστερά του ποταμού Τουθόα ή του Λαγκαδιανού είναι και παράλληλα η εν λόγω περιοχή φημίζεται για τα νερά της. Αυτό τουλάχιστον τις παλαιότερες εποχές, καθόσον και οι ίδιοι ενθυμούμαστε, από τις πολλές πηγές της περιοχής. Μια από τις τελευταίες πηγές είναι και εκείνη με το όνομα Σπυθάρι ή Γιάχος, τα νερά των οποίων μέσα από την περιοχή με το παραπλήσιο τοπωνύμιο «καρυές» διέσχιζαν και την «Λέβιτζα» στην συνέχεια την περιοχή που σήμερα φέρεται με το τοπωνύμιο «Δενδρούλια», για να καταλήξουν και να ενωθούν στην συνέχεια, στην περιοχή περίπου του χωριού Ρένεσι, με τον ποταμό Τουθόα ή Λαγκαδιανό.
     Για τον λόγο αυτό και ο Α. Μπούτσικας απορεί με την επεξήγηση της ονομασίας «ΛΕΒΙΤΣΑ» αφού ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει: «....Το τοπωνύμιο αυτό, επειδή υπήρχε στα χρόνιο της Φραγκοκρατίας, έχει χαρακτηρισθεί από το VΑSΜΕR «σλαβικό» και κατ’ αυτόν δηλώ­νει «όνομα νερών» ή «αριστερός». Αλλά και τα δυο, δεν σημαίνουν τί­ποτα. Το μέρος βρίσκεται στην περιοχή της Κάπελης και δεν έχει τόσα πολλά νερά. Ούτε και το «αριστερός» λογικά ευσταθεί......», και βεβαίως δεν ευσταθεί για την περιοχή της «Κάπελης» της Φολόης. Όμως ευσταθεί και ανταποκρίνεται πλήρως και μέσα από τα έγγραφα και μέσα από την σημασία του όρου, για την περιοχή στην οποία αναφερόμαστε εδώ.
     Από την προσωπική μας έρευνα και πάλι, για κάποια «Λέβιτσα» στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων εκείνο που βρήκαμε ήταν ότι με την ονομασία αυτή, φέρεται σήμερα, μια περιοχή και συγκεκριμένα ένας χείμαρρος στην Βουλγαρία. Συγκεκριμένα στο Γεωγραφικό μήκος 23,75 μοίρες Ανατολικά και 42,35 μοίρες Βόρεια, αναφέρεται ο όρος «Levitsa» της ευρύτερης περιοχής «Sofiya». Αυτό, ίσως είναι μια μικρή απόδειξη περί του «ονόματος νερών», στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω και ως είπαμε δεν μπορέσαμε να κατανοήσουμε.
     Ας επιστρέψουμε όμως στην δική μας, Καλλιανιώτικη, «Λέβιτσα». Σήμερα η εν λόγω περιοχή, το τοπωνύμιο της οποίας να σημειώσουμε είναι άγνωστο στους περισσοτέρους, τουλάχιστον από τους νεότερους κατοίκους της περιοχής μας, προφέρεται με πολλά και ποικίλα ονόματα. Οι περισσότεροι παλαιότεροι κάτοικοι του χωριού μας, μας μετέφεραν το όνομα αυτό με την έκφραση «Λεβέντιζα», άλλοι σαφώς λιγότεροι μας το μετέφεραν σαν «Λεβίτιζα», ενώ κάποιοι άλλοι σαν «Λεβέντισσα». Σύμφωνα με την έρευνά μας πάντα, κάποιοι άλλοι κάτοικοι από το χωριό Ρένεσι, μας το μετέφεραν σαν «Λεβέτζες» καθώς  επίσης και μερικοί εξ’ αυτών σαν «Λεβέτσες». Βέβαια παρ’ όλες αυτές τις σύγχρονες καταγραφές, τις οποίες μόλις αναφέραμε, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι τουλάχιστον τα παλαιότερα χρόνια η συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία αναφερόμαστε εδώ, φερόταν με ένα από τα ονόματα, τα οποία όπως είδαμε ήταν: «Λεβείτιτσα», «Λεβίτζα», και «Λεβίτιζα».
     Τον «ξεπεσμό» της αρχικής «Λέβιτσας», με τις παλαιότερες ή ακόμα και με τις σημερινές εκφράσεις, έτσι όπως τις καταγράψαμε παραπάνω, θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε λογικές και φυσιολογικές, στο πέρασμα του χρόνου. Υπάρχουν και πλείστα άλλα τοπωνύμια της περιοχής μας, που ενώ τις παλαιότερες εποχές τα βρίσκουμε καταγεγραμμένα με διαφορετικά ονόματα, σήμερα τα ίδια αυτά τοπωνύμια, προφέρονται με διαφορετικές αλλά παραπλήσιες εκφράσεις. Έτσι το παλαιότερο «Γερακοβούνι» – οικιστικός χώρος – χωριό το 1700 – προφέρεται σήμερα σαν «Ρακοβούνι» και άντε να βρούμε ή να βρούνε οι επόμενες γενιές την ετυμολογία της λέξης. Άλλο τοπωνύμιο που παλαιότερα καταγράφεται σαν «Παραστράτες» (=παράλληλες ή πολλές στράτες, δρομάκια) σήμερα προφέρεται σαν «Παραστάτες», ακόμα το «στου Μπόρα» έγινε «Στόμπορο» και τόσα άλλα, ακόμα περισσότερα, που θα ήταν κουραστικό να αναφέρουμε στο παρών σημείο.
     Έναν άλλο λόγο του «ξεπεσμού» της λέξης θα μπορούσαμε να τον αποδώσουμε και στον λεγόμενο «τσιτακισμό» που κάποτε υπήρχε στην περιοχή μας. Με τον όρο αυτό εννοούμε την μετατροπή του «τσ»  σε «τζ». Έτσι λοιπόν το «έτσι» κάποτε προφερόταν σαν «έτζι» και το «Λέβιτσα» έγινε «Λέβιτζα» στην συνέχεια «Λεβίτιζα» και ακολούθως «Λεβέντιζα», όπως προφέρεται περισσότερο σήμερα.
     Στην συνέχεια παραθέτουμε μια φωτογραφία της περιοχής της «Λέβιτσας», έτσι όπως είναι σήμερα. 
 
 
     Να σημειώσουμε ακόμα ότι, σήμερα, στην περιοχή αυτή δεν υπάρχει κάποιος οικισμός ή σαφείς ενδείξεις για απομεινάρια κάποιων παλαιότερων κτισμάτων ή κατοικιών. Ίσως το μέλλον και κάποιες επισταμένες αρχαιολογικές έρευνες, αποδώσουν κάποιους καρπούς από την μεσαιωνική «Λέβιτσα». Αλλά αυτό, υποθέτουμε, θα αργήσει πολύ.
     Στην συνέχεια παραθέτουμε έναν τοπογραφικό χάρτη της περιοχής στον οποίο έχουμε επισημάνει τις κυριότερες τοποθεσίες και τοπωνύμια της μάχης της Πρίνιτσας, καθώς και την ακριβή τοποθεσία της επίσης μεσαιωνικής Λέβιτσας, σύμφωνα με την ανάλυσή μας.
 
 
     7. ΜΕΡΙΚΑ ΑΚΟΜΑ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΑΛΛΙΑΝΙΩΤΙΚΗ «ΛΕΒΙΤΣΑ»
 
     Υποσχεθήκαμε προηγουμένως ότι θα επανέλθουμε στο θέμα σχετικά με το τοπωνύμιο «Λεβίτσα» το οποίο όπως είδαμε βρίσκεται, κατ’ ομολογία του καθηγητή Κ. Ν. Ηλιόπουλου, έτσι όπως την πλήροφορηθήκαμε μέσα από την έδοση του Α. Μπούτσικα στην ευρύτερη περιοχή του χωριού της Ηλείας με το όνομα Χελιδόνι. Πράγματι και η δική μας έρευνα εξακρίβωσε το στοιχείο αυτό, ότι δηλαδή στην εν λόγω αναφερομένη περιοχή βρίσκεται ένα τοπωνύμιο με το όνομα «Λεβίτσα». 
     Από την εν λόγω τοποθεσία είναι και η παρακάτω φωτογραφία με την σχετική  καταγραφή «ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΡΥΣΗ ΣΤΗΝ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΛΕΒΙΤΣΑ», όπου φυσικά εννοείτε η τοποθεσία «Λεβίτσα» του χωριού της Ηλείας με την ονομασία Χελιδόνι.


 
                                    ( ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΡΥΣΗ ΣΤΗΝ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΛΕΒΙΤΣΑ )
     Παρ’ όλα τα στοιχεία, τα οποία ήδη έχουμε καταθέσαμε στην ανάλυσή μας, παραμένει για μας ακόμα όμως η πρόκληση να εξακριβώσουμε αν πράγματι η τοποθεσία αυτή του χωριού Χελιδόνι της Ηλείας, πρόκειται για την αναφερομένη μεσαιωνική «Λέβιτσα» των στίχων του «Χρονικού». Παρ’ ότι το εν λόγω τοπωνύμιο έχει απορριφθεί από τον Α. Μπούτσικα ο οποίος ως είδαμε δεν τοποθετεί ή αλλιώς δεν ταυτίζει την μεσαιωνική «Λέβιτσα» με το τοπωνύμιο «Λεβίτσα» του Χελιδονιού, εν τούτοις παραμένει για εμάς ένα ακόμα στοιχείο που χρήζει ιδαίτερης προσέγγισης.
     Βεβαίως και εμείς απορρίπτουμε την ταύτιση του εν λόγω τοπωνυμίου με την μεσαιωνική Καλλιανιώτικη «Λέβιτσα» αλλά όχι για τους λόγους που επικαλείται ο εν λόγω ιστορικός.
     Για να γίνουμε όμως περισσότερο σαφείς, ας επιστρέψουμε για λίγο στους στίχους του «Χρονικού» για να δούμε και πάλι την κίνηση των Φράγκων με τον αρχηγό τους τον Κρεστενιώτη Ντε Καταβά. Έτσι λοιπόν η περιγραφή αυτή της κίνησης των Φράγκων μας δίνεται από τους παρακάτω στίχους:



«....Άπήρεν τους κι άνέβαινεν τα μέρη των Κρεστένων


γυρεύοντα κατερωτών, το που είναι τα φουσσάτα


του βασιλέως, όπου έρχονται στον κάμπον του Μορέως.


Κι ως έμαθεν ότι έσωσαν έκείσε εις την Πρινίτσαν,


στο παραπόταμο του Άλφέως έσέβη δια να όδεύη.


Κι ως ηύρεν την καρφολασίαν εκείνου του φουσσάτου,


έσέβην έξοπίσω τους κ' έρχετο έλάμνοντά τους.


Κι όταν ήλθε κι άπέσωσεν είς όκάτι μικρήν κλεισούραν


εκεί πλησίον, το λέγουσιν στο  'Αγρίδι Κουνουπίτσας,


κ’ είδαν τους κάμπους εκεινούς γεμάτους τα φουσσάτα


—ταχύτσιν ήτον ακομή, ώρα άνατελμάτου—


άφνίδια γάρ έξέβησαν είς τα φουσσάτα εκείνα.....»
     Δεν θα αναφερθούμε στο σημείο αυτό για τον στίχο:, «....κ’ είδαν τους κάμπους εκεινούς γεμάτους τα φουσσάτα....», (περί μορφολογίας του εδάφους της μάχης), ούτε και για το: «....—ταχύτσιν ήτον ακομή, ώρα άνατελμάτου—», (περί χρονικών προσδιορισμών), αλλά θα αναφερθούμε και θα αναλύσουμε τους στίχους που αναφέρουν χαρακτηριστικά:,


«....Κι ως έμαθεν ότι έσωσαν έκείσε εις την Πρινίτσαν,


στο παραπόταμο του Άλφέως έσέβη δια να όδεύη....».
     Σύμφωνα λοιπόν με την περιγραφή από τους παραπάνω στίχους του «Χρονικού», γίνεται πασιφανές ότι η «Πρίνιτσα» βρισκόταν στον κλάδο εκείνου του Αλφειού που εκφράζεται με την χαρακτηριστική λέξη: «παραπόταμο». Αλλά ποιός ήταν ο «παραπόταμος» και ποιός ο κύριος «Αλφειός»;. Για το θέμα αυτό έχουν γραφτεί αρκετά. Αναφερθήκαμε σχετικά στο δεύτερο Κεφάλαιο. Σε εκείνο όμως που θα πρέπει να σταθούμε και να παρατηρήσουμε είναι ότι τόσον η «Βίλλιζα» όσον και το «Χελιδόνι» δεν είναι σε τέτοια τοποθεσία που θα μπορούσε ο Κρεστενιώτης Ντε Καταβάς να «οδεύη τον παραπόταμο του Άλφεως» για να φθάσει εκεί.
     Ας δούμε όμως στο σημείο αυτό, έναν χάρτη της περιοχής.
 
 
     Σύμφωνα λοιπόν με τον χάρτη της περιοχής που ενδιαφερόμαστε εδώ και τον οποίο μόλις παραθέσαμε, βλέπουμε ότι η πορεία του Ντε Καταβά δεν θα μπορούσε να ήταν παράλληλη με τον «παραπόταμο» του Άλφεως, δηλαδή από την συμβολή του με τον Λάδωνα και προς τις πηγές του, ή αλλιώς προς την περιοχή της Καρύταινας.
     Ακόμα και οι στίχοι:,



«....Κι ως ηύρεν την καρφολασίαν εκείνου του φουσσάτου,


έσέβην έξοπίσω τους κ' έρχετο έλάμνοντά τους....»,
ίσως υπονοούν εδώ, τα ίχνη που άφησε το τούρκικο αλλάγι μετά το γνωστό πλιάτσικο της Μονής της Ίσοβας και κατά την επιστροφή του στο μέρος της Πρίνιτσας και αντίστοιχα της Κάπελης, της Λιοδώρας.
     Επομένως την Πρίνιτσα της Λιοδώρας είναι μάλλον αδύνατον να την ταυτίσουμε με την Βίλλιζα ή αλλιώς του χωριού Πεύκες του νομού Ηλείας, γιατί και η περιγραφομένη κίνηση των Φράγκων, δεν μας επιτρέπει  μια τέτοια ταύτιση.
     Ένας ακόμα λόγος που επικυρώνει την άποψή μας αυτή είναι και ο ακόλουθος. Από την αναφερομένη έκδοση του Α. Μπούτσικα σας μεταφέρουμε:
«....Τ ο  Χ ε λ ι δ ό ν ι. Φαίνεται αρχικά σαν κάστρο ανατολικά της Ώλενας, κοντά στο Γούμερο, άγνωστο στα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας. Αρχίζει να φαίνεται στους καταλόγους των κάστρων του 1377 με τ’ όνομα CHILLIDONIS. Στους καταλόγους του 1463 το βλέπουμε ως CHILIDONI VELCLIDONI, ενώ στου 1467 ως CHILIDONI και του 1471 ως CHILIDONA που ήταν ερειπωμένο. Είναι όνομα χωριού με ελληνικότατη προέλευση, υπάρχει δε και σ’ άλλα μέρη της Ελλάδας.
     Το 1700, στην γνωστή απογραφή, είχε 68 οικογένειες και 273 κατοίκους (άντρες 150 και γυναίκες 123)....». (Ανδρέα Δ. Μπούτσικα. Η Φραγκοκρατία στην Ηλεία 1205-1428). Τοπωνύμια – Κάστρα – Ναοί. Τόμος Δεύτερος. Σελ. 105).
Έτσι λοιπόν και κατόπιν της εγγραφής αυτής, βλέπουμε ότι στο «Χελιδόνι» της Ηλείας υπήρχε κάστρο το οποίο είχε απογραφεί στους καταλόγους του 1377, με άλλα λόγια μια δεκαετία περίπου νωρίτερα της καταγραφής των στίχων του «Χρονικού». Κατόπιν τούτου δεν θα μπορούσαμε να διανοηθούμε ότι στο παρών σημείο του «Χρονικού», μνημονεύεται ένα «άσημο» μικροτοπωνύμιο της εν λόγω περιοχής και δεν μνημονεύεται το κυρίως χωριό στο οποίο σίγουρα θα προϋπήρχε, πολύ πριν της ημερομηνίας απογραφής και το αναφερόμενο κάστρο της περιοχής.
     Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τα λογικά αυτά επιχειρήματα που αναπτύξαμε, πιστεύουμε ότι η «Λεβίτσα» του χωριού Χελιδόνι, δεν πρόκειται για την αναφερομένη από τους στίχους του «Χρονικού» μεσαιωνική «Λέβιτσα». Η πηγή όμως και τα νερά που υπάρχουν στο τοπωνύμιο αυτό, δικαιολογούν όμως την άποψη ότι η ονομασία «Λέβιτσα» σημαίνει και «όνομα νερών».

     8. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

     Σαν επίλογο του παρόντος πονήματος δεν έχουμε να καταγράψουμε πολλά σχόλια ή περισσότερες παρατηρήσεις, από όσες ήδη παραθέσαμε στα προηγούμενα. Όμως στο σημείο αυτό θα παρεμβάλουμε ένα σημαντικό, πιστεύουμε δημοσίευμα, σχετικά με τις ερμηνείες για τις λέξεις που ανταποκρίνονται και εκφράζουν τα τοπωνύμια.
     Έτσι λοιπόν ο Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος στο έργο του με τίτλο «ΤΟ ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΑΝΙΤΣΙΑΣ (ΜΥΓΔΑΛΙΑΣ) ΓΟΡΤΥΝΙΑΣ», που έχει εκδοθεί στον Β’ τόμο του έργου «ΓΟΡΤΥΝΙΑΚΑ» έχει καταγράψει ότι: «…. έχοντας υπ’ όψη μου όσα διδάσκει ο Γ. Χατζηδάκης: «Η ετυμολογική εξέτασις των τοπικών ονομάτων, όσα εκ προϊστορικών χρόνων διεσώθησαν ημίν ή κατά τον πολλαχώς σκοτεινόν Μέσον αιώνα επλάσθησαν, πολλά παρέχει πράγματα τοις γλωσσοφίδαις και ιστορικοίς. Δια τούτο η επιστημονική μέθοδος υπαγορεύει μάλλον ν’ απεχώμεθα νύν αυτών, άτε πάντοτε σχεδόν προκειμένου περί παρακινδυνευμένης αποπείρας, ή ανά πάν βήμα κινδυνεύωμεν να σφαλώμεν. (Η υποσημείωση δική μας). Αλλ’ όμως παρά πάντα ταύτα επιβάλλεται ημίν πολλάκις η επίσκεψις και τούτων των ονομάτων» (Γλωσσολογικαί Μελέται τ. Ά, σ. 1) Προβλ. και Α. Κοραή (Άπαντα τ. Α2, εκδ. Γ Βαλέτα, σ. 349): «Ό,τι δεν ημπορεί τις να εξηγήση δυνατόν είναι να το φανερώσει εις άλλον η τύχη….». (Η υποσημείωση επίσης δική μας). (Χρ. Κωνσταντινόπουλου. Γορτυνιακά. Τόμος δεύτερος. Σελ. 120-121).
     Δεν γνωρίζουμε αν στο παρών σημείο φανήκαμε τυχεροί αλλά εκείνο που θα μπορούσαμε να πούμε με περισσή πλέον βεβαιότητα είναι ότι, η «Λέβιτσα» δεν ήταν το παλαιότερο όνομα του χωριού «Βερβίτσα» που φέρεται σήμερα με το όνομα Τρόπαια, αλλά ούτε είναι και πλέον ένα «νεκρό τοπωνύμιο»….
 
25  – 4 – 2004
 ΚΩΝ – ΚΟΚ


 

     9. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

     Για την επεξεργασία και την σύνθεση του παρόντος πονήματος, οι πηγές και τα διάφορα βοηθήματα, από τα οποία αντλήσαμε το υλικό που καταγράψαμε εδώ, ενδεικτικά ήταν:
  1. Στέφανου Ν. Δραγούμη. (Χρονικών Μορέως. Τοπωνυμικά – Τοπογραφικά – Ιστορικά. Αθήνα 1921).
  2. Ανδρέα Δ. Μπούτσικα. (Η Φραγκοκρατία στην Ηλεία (1205-1428). Τοπωνύμια – Κάστρα – Ναοί. Τόμος Δεύτερος. Αθήνα 1994.
  3. Π. Π. Καλονάρου. Το Χρονικόν του Μορέως. Εκδόσεις Εκάτη.
  4. Ιστορικό Αρχείο Ε.Τ.Ε (Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας). Παραχωρητήρια Εθνικών Γαιών βάσει του Νόμου ΥΛΑ/25-3-1871.
  5. Τοπογραφικοί χάρτες Ι. Γ. Μ. Ε.
  6. Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου. 13ος – 18ος αιώνας. Ιστορικό Αρχείο Εμπορικής Τραπέζης. 1985.
  7. Τ. Κανδηλώρος. Η Γορτυνία. Από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τα καθ’ ημάς. Εκδόσεις Διόνυσος. Πύργος 1898.
  8. Αντ. Μηλιαράκης. Ιστορία του Βασιλείου της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου. (1204 -1261).
  9. Ασ. Αν. Καρδάσης. Από τας φλόγας προς την Δόξαν. Τρίπολις – Αύγουστος 1960.  
  10. Χρ. Κωνσταντινόπουλου. Γορτυνιακά. Τόμος δεύτερος. «ΤΟ ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΑΝΙΤΣΙΑΣ (ΜΥΓΔΑΛΙΑΣ) ΓΟΡΤΥΝΙΑΣ» .
  11. William Miller. Η Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα 1204 –1566. Μετάφρασις Σπυρ. Π. Λάμπρου.



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου