Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Η ιστορία του. Κεφάλαιο 13. Οικονομικά.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΤΡΙΤΟ

 

ΔΙΑΦΟΡΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ – ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΘΕΜΑΤΑ 

     1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ  

     Πλούσιο υλικό για την περιοχή μας και συγκεκριμένα για το χωριό μας, βρήκαμε μέσα από κάποια έγγραφα των χρόνων της προεπαναστατικής αλλά κυρίως της επαναστατικής περιόδου.
     Τα έγγραφα αυτά αφορούν κυρίως οικονομικής φύσεως θέματα, όπως την απόδοση προς τους ενοικιαστές και στην συνέχεια προς το κράτος των φόρων (προσόδους τους έλεγαν τότε), καθώς επίσης και αρκετές αγοραπωλησίες χωραφιών της ευρύτερης περιοχής του χωριού μας. Παρ’ ότι «….το γεγονός ότι δεν έχουν δημοσιευτεί ως τώρα τα τουρκικά κτηματολογικά κατάστιχα για το γορτυνιακό χώρο μας αφαιρεί τη δυνατότητα μιας ολοκληρωμένης, έστω και στατικής, εικόνας της γαιοκτησίας στην περιοχή. Τα διαθέσιμα στοιχεία για την περιοχή προέρχονται από τους κώδικες των μοναστηριών και των εκκλησιών, τα βενετικά αρχεία και διάφορα ιδιωτικά δικαιοπρακτικά έγγραφα. (Σ. Τσοτσορός. Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία 1715-1828. Σελ 65).
     Μερικά τέτοια έγγραφα που αφορούν κυρίως την κατανομή γης καθώς και μερικά έγγραφα της γεωργικής παραγωγής του χωριού μας θα παραθέσουμε στο κεφάλαιο αυτό.

     2. ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ


     Α. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ


    Είδαμε στα προηγούμενα, στο κεφάλαιο «ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ» σχετικά με την πραγματοποιηθείσα αφιέρωση του 1736, του Γιαννάκη Στασινόπουλου από το χωρίον Βυζίτσι, προς την μονή του Φιλοσόφου της Δημητσάνας. Επίσης είδαμε την αφιέρωση του 1745 των άλλων απογόνων του «Στασινού της Άκοβας» προς την μονή των Αιμυαλών. Στις αφιερώσεις αυτές παρατηρήσαμε αρκετά χωράφια, εκτάσεις ολόκληρες θα λέγαμε, περιοχές του χωριού μας σήμερα, να αφιερώνονται από τους τότε ιδιοκτήτες στα προαναφερόμενα μοναστήρια.
     Ποιοι ήταν άραγε οι ιδιοκτήτες με τις μεγάλες αυτές εκτάσεις που προσέφεραν αφειδώς στα μοναστήρια της περιοχής ή τα πούλαγαν σε κάποιους Τούρκους που θα δούμε στην συνέχεια. Έτσι όπως πληροφορούμεθα από διάφορους ιστορικούς οι «μεγάλοι» της εποχής και κατά «….το ξεκίνημα της Β’ Τουρκοκρατίας , ο Κουλάς στην Καρύταινα, ο Στασινός στην Άκοβα και ο Κουριάκος στο Βελημάχι είναι ιδιοκτήτες μεγάλου αριθμού χωριών στη Βορειοδυτική Γορτυνία….». Σ. Τσοτσορός. Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία 1715-1828. Σελ 77).
     Κάποια στοιχεία, για όλους τους μεγαλοκτηματίες της εποχής θα δούμε στην συνέχεια του παρόντος. Προς το παρών ας δούμε ποιος ήταν ο «Στασινός της Άκοβας». Έτσι λοιπόν, «….κατά την τοπικήν παράδοσιν περί το 1600-1650 μ.Χ. είς υιός μεγαλεμπόρου Κωνσταντινοπολίτου, αφίχθη εις Πελοπόννησον με άδειαν του Σουλτάνου να εγκατασταθή όπου ήθελε και να καταλάβη όσην έκτασιν έβλεπον οι οφθαλμοί του.
     Ούτος ονομαζόμενος Στασινός επροτίμησε το Βυζίκι, εις το οποίον κατεσκεύασε ογκώδεις και μεγαλοπρεπείς οικίας και απέκτησε μεγάλην περιουσίαν και δύναμιν. Τσιφλίκια του ήσαν η Αλβάνιτσα (νύν Σταυροδρόμι), του Βρετεμπούγα (νύν Δόξα), η Βάναινα, του Σπάθαρη, το Μοναστηράκι κ.λ.π. έγινε δε πρόκριτος της Άκοβας και απέκτησε φήμην μεγάλην δι’ αυτό ελέγετο «Στασινός της Άκοβας» αποκτήσας δε την εμπιστοσύνην των Τούρκων (σ.σ. εδώ προφανώς θέλει Βενετών) κατώρθωσε να γίνη και Σύνδικος (Σύντυχας)….». (Ν. Ι. Φλούδα. Βυζικιώτικα. Τόμος πρώτος. Σελ. 28).
     Αυτός λοιπόν ήταν ο «Στασινός της Άκοβας». Οι απόγονοί του και στους οποίους περιήλθε ή πατρική περιουσία έκαναν τις ανάλογες δωρεές στις εν λόγω μονές που είδαμε παραπάνω. Δεν ήταν όμως οι μονές που μερικοί από τους απογόνους δώρισαν μερικές περιοχές ή κτήματα. Κάποιοι άλλοι απόγονοι του, πούλησαν σε διάφορες εποχές μερικά ακόμα κτήματα σε κάποιους Λαλαίους Τούρκους όπως θα δούμε παρακάτω. Παρ’ ότι ο Στασινός ήταν «ιδιοκτήτης 40 χωριών» εν τούτοις δεν καταγράφεται το Καλλιάνι μέσα στις ιδιοκτησίες του. Βέβαια η περιοχή του Γερακοβουνίου καθώς και μέρος του Μαυρόκαμπου, του Κόκλα και του Μάσκαρη ήταν οπωσδήποτε υπό την κατοχή του καθότι τούτο οι σχετικές αφιερώσεις αλλά και διάφορα άλλα επίσημα πωλητήρια, που θα δούμε στην συνέχεια, το επιβεβαιώνουν.  «….Επίσης από διανεμητήρια των ετών 1754, 1760 1775, οι Στασινόπουλοι φέρονται κάτοχοι των χωριών Σπάθαρη, Μοναστηράκι, Μαζαράκι, Μελιδόνι, Κερπινής, Σταυρί, Βάναινας, Μάγουσι, και Μαυράδων. Στους Στασινόπουλους ανήκει και το μεγαλύτερο μέρος από την ευρύτερη αγροτική περιοχή του χωριού Βρετεμπούγα, ο Μαυρόκαμπος  και το μισό χωριό Δραγουμάνου στην επαρχία Φαναρίου….». (Σ. Τσοτσορός. Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία 1715-1828. Σελ 77).
     Αλλά ποιο ήταν το Καλλιάνι περίπου την εποχή που αναφερόμαστε. Τα σύνορά του, πιστεύουμε, δεν ξεπερνούσαν τον «Αγιόρη» και υποθέτουμε ότι άρχιζε από τον «Απάνου κάμπο», περνούσε από την «Κουτσιούμπα» στην συνέχεια από τον «Αγιόρη» όπου γύριζε προς τα νότια στα «Κούπια»,  πέρναγε από τα «Προσήλια» και κατέληγε στο φαράγγι «Τουθόα» προς την Κρίχα. Ένα τοπογραφικό διάγραμμα της περιοχής με τα πιθανά σύνορα του κάθε χωριού – οικιστικού χώρου παραθέτουμε, ως έχουμε αναφέρει, στο τέλος του παρόντος στο σχετικό αντίστοιχο Παράρτημα.
     Ας επιστρέψουμε όμως λίγο ακόμα στον Στασινό της Άκοβας και τους απογόνους του. «….Οι απόγονοι του Στασινού εμφανίζονται ισχυροί στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα. Διατηρούν τον έλεγχο στο μεγαλύτερο μέρος της βορειοδυτικής Γορτυνίας και υπερέχουν στον πολιτικό χώρο. Η δολοφονία του κοτζάμπαση Παλαιολόγου Στασινόπουλου το 1766 δίνει τέλος στην υπεροχή της οικογένειας των Στασινόπουλων. Το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, η σημασία της οικογένειας περιορίζεται σε εντελώς τοπικά πλαίσια. Η ισχυροποίηση των Λαλαίων, η είσοδος στον πολιτικό χώρο της Λαγκαδινής οικογένειας των Παπαγιαννόπουλων (Δεληγιανναίων) και η σημαντική κατάτμηση της γης σε πολυάριθμους κληρονόμους, αφήνει για τους Στασινόπουλους ένα δεύτερο ρόλο σε τοπικό επίπεδο.
     Την τελευταία εικοσαετία του 18ου αιώνα ισχυροποιείται στην περιοχή η λαγκαδινή οικογένεια των Παπαγιανόπουλων (Δεληγιανναίων), που είναι κάδος της παλαιάς οικογένειας των Σοφιανών. Κοτζάμπασης της Καρύταινας από το 1784 ο Ι. Παπαγιαννόπουλος, γίνεται, στο τέλος του 18ου αιώνα, επίτροπος της Μπεϊάν Σουλτάνας, η οποία είχε την ισόβια εκμίσθωση των προσόδων έξι επαρχιών της Πελοποννήσου. Με αυξημένες δυνατότητες πια, συμμετέχει σε αγορές γής των Χοτομαναίων στα Κρέστενα, Μακρύσια, Γκρέκα, και Φανάρι. Στο Γορτυνιακό χώρο, αγοράζει στην Ηραία στα χωριά Αναζήρι, Μερκίνιτζα, και Ανεμοδούρι, καθώς και ένα μέρος από το Τσιφλίκι της Τσίπολης και του Κόκλα….». (Σ. Τσοτσορός. Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία 1715-1828. Σελ 77-78).
     Ο ίδιος ο Κανέλλος Δεληγιάννης, στα απομνημονεύματά του, μας παρουσιάζει μια «μεγαλόπνοοη» εικόνα της εξαγοράς των χωριών της περιοχής μας. Έτσι λοιπόν μέσα από τα απομνημονεύματά του βρίσκουμε:
     «….από την επανάστασιν των 1769 μέχρι των 1785 καταπιεζόμενοι οι Χριστιανοί πρότερον από τους Αλβανούς και έπειτα από τους εντοπίους Τούρκους πολυειδώς και πολυτρόπως και μη ευρίσκοντες ουδεμίαν υπεράσπισιν ή προστασίαν από κανένα δια την απαλλαγήν των δεινών τους, με το να τους εθεώρουν οι Τούρκοι με εχθρικόν όμμα ως αποστάτας, και μη δυνάμενοι να υποφέρουν τοσαύτα δεινά, δια να ελαφρυνθούν δε από τας κακώσεις και καταπιέσεις, απεφάσισαν και επώλησαν τας κωμοπόλεις και τα χωρία του άλλοι εις τας Σουλτάνας, άλλοι εις τα Τσαμία, άλλοι εις Βεζυράδες και μεγιστάνας της Κωνσταντινουπόλεως και ελάμβανον το δέκατον σχεδόν της αξίας των και εγίνοτο ιδιοκτησίαι τουρκικαί δια να προστατεύωνται.
     Εις την επαρχίαν της Καρύταινας επωλήθηκαν τότε τα Λαγκάδια, το Βαλτεσίνικον, ή Γλόγοβα, το Αγρίδι, και του Καρνέσι, η Κερπινή η Κοντοβάζαινα, τα Βελιμάχια, Παραλαγγούς και Καρδαρίτσι. Έπειτα Βυζίτσι, η Βερβίτσα, η Κατσουλιά του Μπουγιάτη, Σαρακίνι, του Παλούμπα, του Βάγκου. Και ακολούθως τα έξη χωρία, η Στεμνίτσα, το Μουλάτσι, ο Γαρζενίκος, ο Πυργάκης, η Μεμνίτσα και τα Μαγούλιανα, η Βυτίνα και η Δημητσάνα, η Λάστα, σχεδόν το εν τρίτον της επαρχίας. Τα δ’ άλλα ήτον ιδιοκτησίαι τουρκικαί ανέκαθεν. Αλλά μετά το1790 λαβών ισχύν ο πατήρ μου Δεληγιάννης παρά τη Οθωμανική Κυβερνήσει απήλθε μετά του Σωτηράκη Λόντου και του Παπά Αλέξη βεκιλήδες του Μορέως εις την Κωνσταντινούπολιν και κατόρθωσε δια παντοίων μέσων και τα εξηγόρασεν όλα αυτά από τους κατόχους και κυρίους των και τα αντεκατέστησε πάλιν ιδιοκτησίας των κατοίκων Χριστιαννών με ολίγας ποσότητας χρημάτων, εκ των οποίων εδώκαμεν και ημείς εν μέρος ατόκως, και προς αμοιβήν και ευγνωμοσύνην μας χρεωστούν τινες έως σήμερον και δεν ευχαριστούνται να μας τα πληρώσουν…..». (Κ. Δεληγιάννη. Απομνημονεύματα. Τόμος Πρώτος. Σελ. 74 – 75).
     Η καταγραφή του Κανέλου έχει και τον αντιλογό της, ο οποίος είναι ότι, «….το 18ο αιώνα, οι Τούρκοι είναι κατά κανόνα ιδιοκτήτες ενός ή περισσοτέρων χωριών. Στο πρώτο μισό του αιώνα, μετά την δολοφονία του ισχυρού Έλληνα Θανάση Κουλά, υποβαθμίζεται η ελληνική παρουσία στην Ηραία και στον κάμπο της Καρύταινας. Η δολοφονία του καπετάν Θανάση συνοδεύτηκε από δήμευση της περιουσίας του, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος της να περιέλθει σε ισχυρούς Τούρκους, όπως ο Τριπολιτσιώτης Αρναούτογλου.
     Από τα μέσα του 18ου αιώνα, το τουρκικό στοιχείο κυριαρχεί στον κάμπο της Καρύταινας και στην Ηραία. Το τουρκικό τσιφλίκι αποτελεί τον κανόνα ιδιοκτησίας για την περιοχή. Ισυροί Τούρκοι, όπως ο Αρναούτογλου, ή δευτερότεροι όπως ο Νουμάν και ο Χαλήλ αγάς, κατέχουν τα χωριά ως το 1821. Το ότι στις αρχές του 19ου αιώνα οι Δεληγιανναίοι αγοράζουν τα χωριά Αναζήρι, Μερκινίζα και Ανεμοδούρι δεν μεταβάλλει την γενική εικόνα….». (Σ. Τσοτσορός. Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία 1715-1828. Σελ 69).
     Σύμφωνα με τις καταγραφές αυτές, γίνεται φανερό ότι τα περισσότερα χωριά της περιοχής μας, εκτός από λίγα που θα δούμε παρακάτω, ήταν υπό την κατοχή τούρκων αγάδων. Τούτο γίνεται φανερό όχι μόνον από τα πολλά έγγραφα που πιστοποιούν κάτι ανάλογο, αλλά και μαρτυρίες αρκετών αξιόλογων ιστορικών της εποχής εκείνης αλλά και μεταγενέστερα, που είχαν ασχοληθεί με το θέμα. Κάποια ενδεικτική καταγραφή είναι και αυτή που παραθέτουμε παρακάτω.

     «ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΝ

     Κατά την β’ Τουρκοκρατίαν (1715-1821) εις την περιφέρειαν του τέως δήμου μας (Τροπαίων) υπήρχον και Τουρκικαί ιδιοκτησίαι, ως τούτο η παράδοσις διέσωσεν εν μέρει και έν σημείωμα του Ρήγα Παλαμίδη το οποίον ο Λογοτέχνης Βλαχογιάννης εδημοσίευσε το 1935 εις τους Κλέφτες του Μοριά (υποσ. 1 σελ 21) και το οποίον αφορά ολόκληρον την επαρχίαν Γορτυνίας (τότε Καρυταίνης). Από το σημείωμα αυτό αποσπώμεν τα της περιφερείας μας κατά χωρία Μελιδόνι: Χριστιαννική και Τουρκική ιδιοκτησία (σήμερον αποτελεί αγροτικήν περιφέρειαν της Κοινότητος Τροπαίων). Απάνου Μαυρόκαμπος κατά τα ¾ Τουρκική ιδιοκτησία και κατά το ¼ Χριστιανική, ενώ ο Κάτω Μαυρόκαμπος ήτο κατά το ½ Τουρκική και κατά το ½ Χριστιανική. (Εις τον Μαυρόκαμπον Καλλιανίου κείνται πολλά κτήματα Αργυροπουλαίων – Σαββαίων – Σαμαρτζαίων, ανήκοντα άλλοτε ποτέ εις τον Αργύρην Σαμαρτζήν, από τον οποίον προέκυψαν οι Αργυρόπουλοι Βυζικίου).
     Τό Ρένεσι (νύν Καστράκι), τού Καλλιάνι, του Μπέχρου (νύν Φαναράκι), η Αλβάνιτσα (Σταυροδρόμι), η Χοτούζα και Κατσούλι (Κατσουλιά;) ήσαν Τούρκικα τσιφλίκια. Του Κόκλα: το ήμισυ Τουρκική ιδιοκτησία και το έτερον ήμισυ των Δεληγιανναίων. Του Βρετεμπούγα νύν Δόξα: κατά τα 7/8 Τουρκική ιδιοκτησία και κατά το 1/8 Χριστιανική. Εις Βυζίτσι υπήρχον τουρκικαί ιδιοκτησίαι αίτινες επωλήθησαν το 1741 υπό του Ομέρ Αγά Τζιντή, του ιού του Μέη Μετάγα και της εξαδέλφης του Κίσσας και αυτής Τζιτίνας, εις τους αδελφούς Στασινόπουλους (Στασινόν, Σύριον, Μήτρον και Γιαννάκην)…». (Ν. Ι. Φλούδας. Νέα του Βυζικίου. Νοέμβριος 1962. Φύλλον 29).
     Έτσι λοιπόν παρατηρούμε ότι στην περιοχή μας επικρατεί το τούρκικο τσιφλίκι. Μερικά χωράφια του Μαυρόκαμπου, που ήταν υπό την κατοχή των απογόνων του Στασινού, παρέμειναν σαν χριστιανικές ιδιοκτησίες. Όμως όπως θα δούμε παρακάτω και αυτά πουλήθηκαν αργότερα σε κάποιους Τούρκους. Ακόμα κάποια άλλα στην περιοχή του Κόκλα που αγοράστηκαν από τον Κανέλλο μετά το 1820 δεν μετέβαλαν την κατάσταση. Επομένως θα πρέπει να δικαιώσουμε την καταγραφή του σημειώματος του Ρ. Παλαμίδη καθώς και τον Σ. Τσοτσόρο ο οποίος είδαμε να λέει ότι: «….Το ότι στις αρχές του 19ου αιώνα οι Δεληγιανναίοι αγοράζουν τα χωριά Αναζήρι, Μερκινίζα και Ανεμοδούρι δεν μεταβάλλει την γενική εικόνα…».
     Από την ίδια πηγή αν συνεχίσουμε θα δούμε ότι: «….Στο γειτονικό τμήμα της Ηραίας, προς την Πέρα Μεριά, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα εμφανίζονται απειλητικοί οι Λαλαίοι Τούρκοι. Στη μεταορλωφική περίοδο υποκαθιστούν τους Χοτομαναίους και αναδεικνύονται ισχυροί γαιοκτήμονες στον ευρύτερο χώρο. Στη Γορτυνία ελέγχουν την εύφορη περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στο Λάδωνα και τον Ερύμανθο. Ο Σεϊντάγας κατέχει την Ελαία (πριν Σείνταγα) και στη Μοστενίτσα είναι εγκατεστημενοι ο Λιμάζ αγάς και ο Ελμάζ αγάς. Ο Μολά αγάς και ο Ντελίζ αγάς κατέχουν τις εκτάσεις μεταξύ Νεμούτας και Χώρας. Και στον περίφημο Αλή Φαρμάκη ανήκει το Μοναστηράκι. Το ενδιαφέρον των Λαλαίων για τον έλεγχο της βορειοδυτικής Γορτυνίας συνεχίζεται ως τα τελευταία χρόνια πριν την Επανάσταση. Το 1815, οι Λαλαίοι Ισμαήλ και Δερβίς αγά Λελές, αγοράζουν 16 ζευγάρια γης στο Μαυρόκαμπο με 2.000 γρόσια. Η Επανάσταση του 1821 θα τερματίσει τις επεκτατικές τάσεις των Λαλαίων προς το Γορτυνιακό χώρο….». (Σ. Τσοτσορός. Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία 1715-1828. Σελ 69-70).
     Αλλά στο σημείο αυτό ας κάνουμε μια μικρή παρένθεση να δούμε ποιος ήταν ο Δερβίς Αγά Λελές που αγόρασε κάποια χωράφια στον Μαυρόκαμπο το 1815. Σύμφωνα με την καταγραφή του Τ. Κανδηλώρου που μας διέσωσε στο έργο του «Ιστορία της Γορτυνίας» βρήκαμε: «….Σύγχρονος αλλ’ ίσως γεροντότερος του Συντύχου ήν και ο εκ Βελιμαχίου Δημήτριος Κουριάκος εύπορος και ισχυρός προεστώς, έχων πολλάς οικίας και τσιφλίκια μέχρι του Λειβαρτζινού. Είχε δε, κατά την παράδοσιν, σεράγι και είκοσι δούλους, εξ’ ών είς ο Κ. Λελές, εκ Λούβρου, συμπλακείς μεθ’ ετέρου δούλου εφόνευσεν αυτόν, τότε δ’ ο Κουριάκος εξήλθεν εις δίωξιν του φονέως και πυροβολήσας συνέτριψεν αυτού την χείρα. Έπειτα δ’ ο Λέλες κατέφυγε παρά τοις Τούρκοις εις Λάλα και εξισλαμισθείς εγένετο αρχηγέτης οικογενείας ανδρείων, εξ αυτού δ’ ελέγετο ότι κατήγοντο ο Μουσταφάγας, ο Βεϊζουλάγας και ο Σεϊδάγας….». (Τ. Κανδηλώρου. Ιστορία Γορτυνίας. Σελ.132).
     Και μιας και η αναφορά μας περί Τούρκων στο σημείο αυτό θα θέλαμε να επανέλθουμε στην υπόθεση «Αρναούτογλου», τον οποίο οι παραδόσεις μας τον παρουσιάζουν σαν τον «καλόν» αγά του χωριού μας. Όχι μόνον οι έγγραφες αναφορές που παρουσιάσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια, δεν αφήνουν να εννοηθεί το «καλόν», του αγά αλλά και μάλλον Τριπολιτσιώτης ήταν περισσότερο, παρά «Καλλιαναίος». Έτσι όπως πληροφορούμαστε από τον Σ. Τσοτσορό και ειδικότερα από τον WLeake (Άγγλο περιηγητή το 1805 από την περιοχή), λέει: «….WLeake, «Ταξίδι στο Μοριά».... μετά το χωριό Λότι, ο Λήκ συναντά στις 25 Μαίου 1805 τον νεόκτιστο πύργο του Τριπολιτσιώτη Αρναούτογλου. Επίσης …..σε έγγραφη αναφορά του 1847 σημειώνεται ως ιδιοκτήτης των χωριών Ζουλάτικα και Μπούζα ο Χαλήλ αγάς, που ήταν εγκατεστημένος στα Ζουλάτικα....». (Σ. Τσοτσορός. Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία 1715-1828. Σελ 69).
     Όπως από το χωριό μας πέρασαν αρκετοί Έλληνες που σήμερα μερικά επώνυμά τους τα συναντάμε σε μερικά τοπωνύμια της περιοχής, έτσι πέρασαν και αρκετοί Τούρκοι. Οπωσδήποτε όμως ο Αρναούτογλου δεν ήταν «….ο αγάς κατά την πολιορκίαν της Τριπόλεως παρεκάλεσε τον Ηλία Σιαχάμη να του δώση λίγο ψωμί από τα βάσανά του, που άφησε στου Καλλιάνι φεύγοντας για τα καλά που είχεν κάμει.(?)….». (Ν. Ι. Φλούδα. Νέα του Βυζικίου. Σεπτέμβριος 1960. Φ. 3).
     Μια δεύτερη αναφορά για τον Αρναούτογλου και ότι, «….Ένας από του μεγάλους κατόχους κτηματικής περιουσίας στον Μοριά είναι ο Αρναούτ Ογλού της Τριπολιτσάς με 300 τσιφλίκια….(από το βιβλίο του WMLeake, Ταξίδι στον Μοριά.. 12-19 Μαίου 1805)....». (Γορτυνιακά. Τόμος δεύτερος. Σελ. 275).
     Βεβαίως ούτε και ο εκ Λούβρου εξλαμισθείς Λελές, ιδιοκτήτης κάποιων χωραφιών στον Μαυρόκαμπο, και πιθανόν κάτοικος Καλλιανίου ή Κόκλα, θα μπορούσε να ήταν αυτός που έφυγεν κατά την πολιορκίαν της Τριπόλεως από το Καλλιάνι. Τούτο για τον απλούστατο λόγο ότι ο τούρκος δεν έφυγε από το Καλλιάνι γιατί ο Γεώργιος Γιαννικόπουλος ή Κοκοσούλης, ως ήδη έχουμε εκθέσει στο οικείο κεφάλαιο «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΛΛΙΑΝΙΟΥ», είχε αιχμαλωτίσει τον σπάχον τούρκο μαζί με την φαμελίαν του, όπως πληροφορούμαστε από τον ίδιο τον Ν. Ι. Φλούδα. Η σχετική καταγραφή έχει ως εξής: «…Εις το Καλλιάνι το 1825 εκρατείτο από Γεώργιον Γιαννικόπουλον ο «σπάχος Τούρκος με την φαμελίαν του εν όλω ψυχαί πέντε…». (Ν. Ι. Φλούδα. Νέα του Βυζικίου. Μάιος 1962. Φ. 23).
     Να σημειώσουμε εδώ ότι κάποια απομεινάρεια της τοιχοποιίας από τον πύργο του αγά, στο παλαιότερο χωριό Κόκλα, σώζονται ακόμα και σήμερα.
     Στο σημείο αυτό όμως ας μας επιτραπεί μια ακόμα μικρή παρένθεση σχετικά με την άλλη παράδοση που καταγράψαμε και παραθέσαμε στο κεφάλαιο «ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ». Πρόκειται για τη υπόθεση του «ΤΟΥΡΚΟΥ ΑΓΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΚΝΗΡΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ». Έτσι λοιπόν με την επικρατούσα κατάσταση για τους «κολίγους» της εποχής μάλλον και αυτή η παράδοση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθόσον όπως πληροφορούμαστε: «….Στους καλλιεργητικούς χώρους κυριαρχεί μια εικόνα εξαθλίωσης. Τον ιδιοκτήτη ή τον εκμισθωτή της παραγωγής αντιπροσωπεύει ο επιστάτης, έμπιστος του αφεντικού. Προμηθεύει τους καλλιεργητές με σπόρο και αντιμετωπίζει τα καλλιεργητικά έξοδα. Στη συγκομιδή, μετά την αφαίρεση του τριτοδέκατου, ο επιστάτης παίρνει σε γέννημα τις διάφορες οφειλές των χωρικών, και μάλιστα σε τρέχουσες τιμές, οι οποίες κατά κανόνα είναι χαμηλές εξαιτίας της μεγάλης προσφοράς την εποχή του θερισμού. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο καλλιεργητής όχι σπάνια «έμενε με το δικριάνι στο χέρι….». Σ. Τσοτσορός. Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία 1715-1828. Σελ 64).
     Επειδή αναφερόμαστε στους Έλληνες και τούρκους κατόχους και ιδιοκτήτες της περιοχής του χωριού, μια ακόμα μαρτυρία για τον πιθανόν πρώτο ιδιοκτήτη της περιοχής μας και το ακόλουθο:«….ο μετέχων της εκστρατείας του Μωάμεθ προς κατάκτησιν της Πελοπονήσου Αλαϊμπέης Αϊντίν αγάς Αχμέτης διοικών τρισχιλίους εθελοντάς ιππείς. Μετά το πέρας της εκστρατείας ο Μωάμεθ παρεχώρησεν ως φέουδον μεταξύ άλλων επαρχιών της Πελοποννήσου και το τμήμα της Άκοβας εις τον Αϊντίν αγάν τούτον, ο οποίος με τους στρατιώτας του ιππείς ίδρυσε τον συνοικισμόν της Ντραίνας….
     ….ο διερμηνεύς του Αϊντίν αγά Πέτρος Λίτινος ενυφεύθη την Νεράτζων, θυγατέρα της πλουσίας και πολυκτήμονος οικογενείας Γρίβα εκ Βερβίτσης (Τροπαίων), με το συνοικέσιον δε τούτο λόγω της επιρροής του Λιτίνου παρά τω Αίντίν αγά εβελτιώθη η θέσις των υποδούλων….». (Β. Ι Τσαφαράς. Λαογραφικά Λαγκαδίων. Σελ.15).
     Αυτά περί μεγαλοκτηματιών Ελλήνων ή Τούρκων. Επειδή όμως σας έχουμε υποσχεθεί μια πληρέστερη ανάλυση στο κεφάλαιο «ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ», ως αναφορά τους παλαιότερους τούρκους κατόχους του Καλλιανίου και γενικότερα της περιοχής μας στο σημείο αυτό παραθέτουμε ένα μέρος από έναν λεπτομερέστερο πίνακα του 1858.
     Ο πίνακας αυτός έχει ως εξής:

     «Κρατικά οικήματα Γορτυνίας το έτος 1858(3)


Α/Α
Χωρίον Θέσις
Όνομα κτήματος ή οικήματος
Εμβαδόν σε πήχες
Αξία ως
 Έγγιστα
Δρχ.
Παρατηρήσεις
19.
Καλλιάνι
Πύργος Δερβισαγά
986
698,60
Ερείπιο
20.
Καλλιάνι
Αποθήκη Δερβισαγά
720
119,50
Ερείπιο
21.
Ρένεσι
Πύργος Σενήταγα
768
782,80
Ερείπιο
18.
Αλβάνιτσα
Πύργος Λελέ
900
330
Ερείπιο
22.
Ζουλάτικα
Αποθήκη Χαλήλαγα
520
278
Ερείπιο
56.
Βρετουμπούγα
Οικία Κατρή
Μπούσιου
930
368
Ερείπιο
57.
Βρετουμπούγα
Αποθήκη Μετούρου
396
367,60
Ερείπιο
58.
Βρετουμπούγα
Οικία Μετούρου
1025
351
Ερείπιο

(Ι. Θ. Γαλάνη. Ο τέως Δήμος Θελπούσης Γορτυνίας. Σελ. 39 – 40. Στην σχετική παραπομπή (3), ο συγγραφέας επικαλείται: τα Γ. Α. Κ. Κρατικά οικήματα. Αταξινόμητα Φ. 690).

     Επίσης από έναν άλλο πίνακα, της ιδίας έκδοσης, βρίσκουμε:

     «Α’ ΠΙΝΑΞ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΤΗΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΤΕΩΣ ΔΗΜΩΝ ΘΕΛΠΟΥΣΗΣ, ΗΡΑΙΑΣ, ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ, ΤΡΟΠΑΙΩΝ ΚΑΙ ΤΕΥΘΙΔΟΣ(1)

Α/Α
Είδος κτήματος
Δήμος
Χωριό
Θέσις
Πρώην ιδιοκτήτης
Ον/μο ενοικιαστού ή
κατόχου
7.
Υδρόμυλος
Ηραίας
Καραχασάνι
Εντός χωρίου
Αλήλαγας Αρναούτογλου

8.
Υδρόμυλος
Ηραίας
Ζουλάτικα
Κορδέλα
Αλήλαγας Αρναούτογλου

16.
Ερείπιο
Τροπαίων
Ρένεσι
Εντός χωρίου
Σεϊνταγατζόγλου
Ηλ. Κατζουλιάς
(κάτοχος)
17.
Υδρόμυλος
Τροπαίων
Ρένεσι
Εντός χωρίου
Σεϊνταγατζόγλου

19.
Ερείπιο
Τροπαίων
Καλλιάνι
Εντός χωρίου
Δερβισαγαλάλου

20.
Ερείπιο
Τροπαίων
Αλβάνιτζα
Εντός χωρίου
Μπεϊγαλαλέλου

21.
Οικία
Τροπαίων
Βρετουμπούγα
Εντός χωρίου
Ματούρος


(Ι. Θ. Γαλάνη. Ο τέως Δήμος Θελπούσης Γορτυνίας. Σελ. 256. Στην σχετική παραπομπή (1), ο συγγραφέας επικαλείται: τα Γ. Α. Κ. Κρατικά κτήματα. Αταξινόμητα 1/11 1857).

     Από τους πράγματι σπουδαίους αυτούς πίνακες μπορούμε να καταλήξουμε σε δύο σίγουρα συμπεράσματα. Πρώτον ο τελευταίος τούρκος που έφυγε από το Καλλιάνι κατά την πολιορκία της Τρίπολης, δεν ήταν ο Αρναούτογλου, επομένως μάλλον το χωριό μας δεν έχει την «κατάρα του», και δεύτερον το τοπωνύμιο «Κορδέλα» πρόκειται για την περιοχή στην οποία αναφερθήκαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο «ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ» και πρόκειται για την περιοχή μετά τον Άγιο Δημήτρη.
     Μετά από αυτή την μεγάλη παρένθεση ας επιστρέψουμε και ας δούμε όμως μερικά έγγραφα για τις αγοραπωλησίες στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω. Τα έγγραφα αυτά τα κατατάξαμε σύμφωνα με την χρονολογία την οποία συντάχθηκαν και ξεκινάμε από το παλαιότερο.

     Β. ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ


     1. «ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ 1778 ΔΙΑ ΚΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΜΑΣ

     «1778 Οκτοβρίου 15 σπάθαρι από την σήμερον εσυμφώνησα εγώ ο ισμαήλης μερόπουλος με κυρ πανάγο και κυρ κανέλο και έδοσαν αμανάτι το μαυρόκαμπο τον μισόν οπού ορίζουν, και τους εμέτρησα επί χείρες γρόσια πεντακόσια νούμερο γρόσια 500 και να τρών εκείνοι τα γρόσια αδιάφορα, και να τρώ και εγώ το μασίλι του τόπου, και ώστε να μου δώσουν τα γρόσια μου πίσω να έχουν να λαμβαίνουσι και εκείνοι τον τόπον τους πίσω καθώς και όριζαν και ούτως έγιναν δύο γράμματα παρόμοια το ένα να βαστούν εκείνοι, το άλλο εγώ εις χείρας μου και ούτως έγινε κατ’ έμπροσθεν των ευρεθέντων μαρτύρων.
Μεχμέτης δοντάς μαρτυρώ, Πανούτζος μητράκης μαρτυρώ, γιαννάκης δημητράκη μαρτυρώ, Ισμαήλης μερόπουλος βεβαιώνω (Τ. Σ) άλικος ξέρες μαρτυρώ  κανέλος (;) κεραστάθης μαρτυρώ, μήτρος κορδέσης μαρτυρώ». (Ν. Ι. Φλούδας. Νέα του Βυζικίου. Ιούλιος 1963. Φ. 37).

     2. «ΜΙΑ ΠΩΛΗΣΙΣ ΚΤΗΜΑΤΟΣ (ΕΙΣ ΜΑΥΡΟΚΑΜΠΟΝ) ΤΟ 1794 ΤΟΥ ΒΥΖΙΚΙΩΤΟΥ ΗΛΙΑ ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΡΚΟΝ

     «Εξ εγγράφου ευρεθέντος εις το αρχείον του Ασιέλου (Ιωαν. Σπυροπούλου) και μεταφρασθέντος εκ της παλαιάς Οθωμανικής γλώσσης, αποδεικνύεται μια παλαιά αγοραπωλησία.
«Δια του παρόντος εγγράφου δηλώνεται ότι:
Επειδή ο εκ του χωρίου Βυζίτσι χριστιανός ΗΛΙΑΣ ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ έχων υπό την εξουσίαν και την κατοχήν του μερίδια (εξ αδιαιρέτου) εκ των ποτιστικών και ξερικών αγρών των κειμένων εις το χωρίον Μάσκαρη του υπαγομένου εις τον Καζά (εις την υποδιοίκησιν) Καρυταίνης και εις την θέσιν γνωστήν υπό το όνομα «Μαυρόκαμπος» εκτάσεως δυναμένης να καλλιεργηθή δια δύο ζευγών αροτριώντων και συνορευομένων αφ’ ενός με τους αγρούς του Χριστιανού Στασινού και του Ομέρ Βίλο, αφ’ ενός με τους αγρούς του Νουμάν αγά, αφ’ ετέρου με «Ντερέ» (χείμαρον) και εξ’ άλλου με χέρσον βουνόν, επώλησε (τα μέριδιά του) ταύτα οικειοθελώς και ελεύθερα βουλήσει εις τον φέροντα ήδη το παρόν έγγραφον Ιμπραχήμ Σουμάνογλου, αντί του ποσού των τρακοσίων (300) γροσίων και μετεβίβασε ταύτα εις αυτόν. Ούτος δε απεδέχθη την πώλησιν ταύτην και οικειοποιήθη τα εν λόγω μερίδια και κατέβαλεν εις τον πωλητήν το ειρημένον τίμημα όπερ λαβών ο πωλητής Ηλίας Συριόπουλος, εκ των χειρών του αγοραστού Ιμπραχήμ Σουμάνογλου απεξενώθη των ως άνω μεριδίων αγρού, άτινα του λοιπού ανήκουσιν εις τον αγοραστήν. Και επειδή κατά το έτος τούτο του χιλιοστού διακοσιοστού ογδόου (1208) τυγχάνομεν ημείς τιμαριούχοι και κύριοι του Καζά Καρυταίνης δυνάμει Υψηλού Βερατίου, εισπράξαντες το κατά τον Αυτοκρατορικόν νόμον καθωρισμένον τέλεσμα του εδάφους δίδομεν εις χείρας του εν λόγω αγοραστού Ιμπραχήμ Σουμάνογλου τον παρόντα τίτλον του ταπιού, ίνα ούτος καταβάλλων κατ’ έτος τον φόρον δεκάτης τον εν λόγω αγρό διακατέχη νέμηται και εξουσιάζη τούτους ως βούλεται και να μη ενοχλείται παρ’ ουδενός, ούτε και εκ μέρους ήμων. Εγράφη κατά το έτος 1208. (Παρ’ ημίν αντιστοιχεί με το Σωτήριον έτος 1794)
[Υπογραφή] Σηπαχή Μουσταφάς.
Μάρτυρες Αλή του Ιμπραχήμ – Ιμπραχήμ Κωστόπουλος – Σουλεημάν Κεμίρ – Μουσταφά Μπισσέ – Μουράτ Μέμο – Αναγνώστης Κουγιουμτζής (χρυσοχόος) – Γιαννάκη Κουλής».(Ν. Ι. Φλούδας. Νέα του Βυζικίου. Απρίλιος 1963. Φ. 34 επίσης του ιδίου Βυζικιώτικα. Τόμος τρίτος. Σελ. 372).

     3. ΕΤΕΡΑ ΠΩΛΗΣΙΣ ΚΤΗΜΑΤΩΝ ΕΙΣ ΜΑΥΡΟΚΑΜΠΟΝ ΤΟ 1815

     «Από έγγραφον γραμμένον εις την παλαιάν Οθωμανικήν, το οποίον ευρέθη εις το αρχείον του Ασιέλου και μεταφρασθέν εις την ελληνικήν υπό του υποργείου εξωτερικών κατόπιν ενεργειών και εξόδων μου, όπως και το δημοσιευθέν εις την σελ. 138 (εννοεί το παραπάνω), πληροφορούμεθα μίαν αγοραπωλησίαν του Βυζικιώτη Δ. Αντ. Συριόπουλου και τούρκου του Λάλα κατά το 1815. Ιδού το έγγραφον.
«Δια του παρόντος εγγράφου διαδηλώνεται ότι:
επειδή ο Δημήτριος, υιός του Αδωνάκη (ίσως Αντωνάκη) Συριόπουλος τυγχάνων εξουσιαστής του ενός ογδόου, εξ αδιαιρέτου ενός αγροκτήματος γνωστού υπό το όνομα «Ζιρ Μαυρόκαμπο» (ήτοι κάτω Μαυρόκαμπον) κείμενον εντός των ορίων του Ημετέρου Τιμαρίου, του Καζά Καρυταίνης, όπου και η έδρα του Συντάγματος, οριζομένου αφ’ ενός με τα σύνορα του (;…….) αφ’ ενός με τα σύνορα «Ράκοβος ή Δάκοβος Μανέσκρη(;)  [σ. σ. προφανώς Ρακοβούνι – Μάσκαρι] , αφ’ ετέρου με το «Μπαλιά Μαυρόκαμπο» (άνω Μαυρόκαμπο) και εκ της τετάρτης πλευράς με «;…. Γκεμπίρ» (ήτοι ;…..μεγάλο) εκτάσεως δυναμένης να καλλιεργηθή με δέκα εξ ζεύγη αροτριόντων, ως έγγιστα, επώλησε και μετεβίβασε το μερίδιον τούτο οικειοθελώς και αβιάστως εις τους Ισμαήλ αγά Λελέ και Δερβίς αγά Λελέ, κατοίκους του χωρίου Λάλα, αντί του ποσού των δύο χιλιάδων γροσίων και έλαβεν απ’ αυτούς το ποσόν τούτο. Και ούτω αμφότερα τα μέρη ικανοποιήθησαν. Επειδή δια την πλήρωσιν της πράξεως της πωλήσεως αγροτικών ακινήτων απαιτείται η άδεια του κυρίου του εδάφους και επειδή δυνάμει Υψ. Βερατίου ημείς τυγχάνομεν τιμαριούχοι και κύριοι του εδάφους εισπράξαντες παρ’ αυτών το κατά τον Σουλτανικόν νόμον καθωρισμένον τέλεσμα του εδάφους δίδομεν εις χείρας των ειρημένων, Ισμαήλ αγά και Δερβίς αγά τον παρόντα τίτλον του ταπιού, ίνα ούτοι καταβάλλοντες κατ’έτος την νόμιμον δεκάτην και του εκτάκτους φόρους του εν λόγω ακινήτου εις τους κυρίους του εδάφους να μη ενοχλούνται παρ’ ουδενός, εις την κατοχήν νομήν και εξουσίασιν αυτού. Εγράφη την πρώτη του ιερού μηνός Ραμαδάν του χιλιοστού διακοσιοστού τριακοστού έτους (1230) από εγείρας (παρ’ ημίν αντιστοιχεί εις το έτος 1815).
Υπογραφή Σηπαχή Σουλεημάν μπίν Μουσταφά
Μάρτυρες: Μουσταφά εφέντης, Ιμάμης του χωρίου Λάλα, Χαλήλ Ομέρ Μπέλο, Μουρταζά Μπέλο, Ισμαήλ Κέμο, Αλή Μέμο και λοιποί». (Ν. Ι. Φλούδας. Νέα του Βυζικίου. Μάιος 1963. Φ. 35 επίσης του ιδίου Βυζικιώτικα. Τόμος τρίτος. Σελ. 375).

     Αυτά ήταν μερικά έγγραφα που αφορούσαν κάποιες αγοραπωλησίες χωραφιών από τον «Μαυρόκαμπο» κυρίως του χωριού μας. Όμως και οι Δεληγιανναίοι λίγο αργότερα θα δούμε αγόραζαν κάποια κτήματα από την περιοχή «Κόκλα» όπως φανερώνουν τα έγγραφα που παραθέτουμε στην συνέχεια.

     4. ΑΓΟΡΕΣ ΚΑΠΟΙΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΚΟΚΛΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΥΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΙΟΥΣ

     «Πρωτότυπο. Μονόφυλλο, 340 Χ 240

     Εκ μέρους του ενδοξομεγαλοπρεπεστάτου κεχαγιά πέ’ εφένδη του υψηλοτάτου βελιγιουνάμ Μόρα Βαλησή Σεϊτ Αλή πασά εφένδη μας, εις την αυθεντείαν σας σοφολογιώτατε καδή εφένδη, και τιμιώτατε βοεβοδ' αγά του καζά της Καρύταινας φανερώνομεν ότι ο Θεοδωράκης Παπαγιαννόπουλος και τα αδέλφια του με το να είχαν δαβά δια το Κόκλα τζιφλίκιον με τον λαλιώτην Ιμπραχίμην του Καρδή Πούσιου για δύω χρόνων μαχσούλια γεννημάτων, όπου ο Ιπραχίμης τους έχει παρμένα, έδωκαν αρζουχάλι προς τον βελιγιουνάμ εφένδη μας, και εις το χουζούρι του γινομένου σιέραν του Μουραφά, δια σενετίων παλαιών και νέων έγινε χουημόν το νισόν τζιφλίκιον του Κόκλα επάνω εις τον Θεοδωράκην και αδέλφιά του. Και επειδή δικαίως έχουν να λαμβάνουν τα μαχσούλια των δύω χρόνων από τον Ιμπραίμην, οπού τα αλικόδισε δια τούτο προστάζομεν με εμίρι του βελιγιουνάμ εφένδη μας, ότι από τα γεννήματα οπού ο Ιμπραχίμης έχει δέρ αμπάρι, και από τα τρίτα και παρασπόρια της ωψιμιάς, όπου έχει εις τον Μαυρόκαμπον και εις του Βρετουπούγα, οπού έχουν να θερισθούν τώρα κονδά, να γένουν ζάπτι, και πουλούμενα με το μαραφέτι σας, να δοθούν τα γρόσια εις τον Θεοδωράκην και αδέλφια του, δια να μείνη πληρωμένον ο,τι και όσον είναι το χάκι των δύω χρόνων αλικοδισμένων μουχσουλίων τους. Προστάζομεν σφοδρώς και εσάς του ρεαγιάδες, όπου έχετε σπαρμένην την ωψιμιάν εις τον Μαυρόκαμπον και Βρετουπούγια να μην τολμήσετε, και δώσετε το τρίτον εις τον Ιμπραχίμην, αλλά να ακούσετε το τεμπίχι, όπου ήθελαν σας κάμουν ο καδής εφένδης και βοεβόδας της Καρύταινας ότι αν κάμετε μουχαλιφέτι, παιδεύεσθε μεγάλως. Ούτω να ηξεύρετε όλοι, και ούτω να κάμετε και μη άλλως εξ αποφάσεως.

  [σφραγίδα τούρκικη]                                              
  [υπογραφή τούρκικη]                                          1818 Οκτωβρίου 19. Τριπολιτζά

(Αρχείον Κανέλλου Δεληγιάννη. Τα έγγραφα 1779-1827. Σελ 31).

     Ακριβές αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου στο τέλος του παρόντος στο σχετικό Παράρτημα, σελίδα πρώτη, και σελίδα δεύτερη.
     Ένα ακόμα έγγραφο του 1820 που αφορά κάποιες συναλλαγές και αγοραπωλησίες στην περιοχή του Κόκλα και το ακόλουθο.

     «Τουρκικό έγγραφο                                                              25 Φεβρουαρίου 1820
Πρωτότυπο. Μονόφυλλο, 320 χ 225                                  

     Στη ράχη του εγγράφου περιγραφή του περιεχομένου στα Ελληνικά:
“Αρζουχάλι, ιλάμια και πουγιουρδία οπού εκρίθημεν, δια του Κόκλα επι Ιμπραχήμ πασά μετά του Ιμπραχήμη Καρδή Πούσιου, και έγινε πάλιν χούημι επάνω μας 1820: Φεβρουαρίου 25."
(Αρχείον Κανέλλου Δεληγιάννη. Τα έγγραφα 1779-1827. Σελ 34).

     ‘Ενα ακόμα τούρκικο έγγραφο από το Αρχείο του Κανέλλου Δεληγιάννη που αφορά κάποιες ιδιοκτησίες και στον «Μαυρόκαμπο» και στου «Κόκλα» και το ακόλουθο:

     «Τουρκικό έγγραφο                                                                                       1820
Πρωτότυπο. Μονόφυλλο, 270 χ 200                                                       

     Στη ράχη του εγγράφου περιγραφή του περιεχομένου στα Ελληνικά:
«χρεωστικόν τεμεσούκι του Ιμπραχήμ Καρδή Πούσιου λαλαίου δια γρόσια 12.800 επί υποσχέσει να μας τα πληρώση εις ένδεκα μηνών διωρίαν, ειδ' ού εξουσιάζωμεν το εις Κόκλα μερίδιόν του και το εις Μαυρόκαμπον. 1820».
(Αρχείον Κανέλλου Δεληγιάννη. Τα έγγραφα 1779-1827. Σελ 37).

     Ακριβές αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου στο τέλος του παρόντος στο σχετικό Παράρτημα.


     3. ΜΕΤΑΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ


     Α. ΠΡΟΣΟΔΟΙ


     «….Με την προκήρυξη της 30 Μαίου 1821, η Πελοποννησιακή Γερουσία όριζε στην έκτη παράγραφο τις δημόσιες προσόδους από τα προϊόντα της γης, 10% για τα ιδιόκτητα και 30% για τα εθνικά κτήματα. Οι αναλογίες αυτές έμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες στη διάρκεια της Επανάστασης, και θεσμοθετήθηκαν με τον σχετικό Νόμο 1, περί αποδεκατώσεως….
     ….Οι προσόδοι έβγαιναν σε δημοπρασία, στην αρχή κατά χωριό ή μικρές ομάδες γειτονικών χωριών, από το 1823, όμως, και μετά παρατηρείται η τάση να αγοράζονται συνολικά οι προσόδοι κάθε επαρχίας…..
     ….Οι διορισμένοι από τη Διοίκηση και τη Γερουσία επιστάτες, σε συνεργασία με τους τοπικούς εφόρους, αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν την πώληση των προσόδων και να εισπράξουν την ανάλογη δόση….
     ….Τουλάχιστον για το 1822 , τα “εθνικά δικαιώματα" τελικά δημοπρατήθηκαν. Μετά την δημοπράτηση των προσόδων, οι επιστάτες της Διοίκησης εξέδιδαν τα σχετικά πωλητήρια, όπου εκτός από την τιμή αναφέρονταν οι υποχρεώσεις των χωρικών απέναντι στους αγοραστές. Παραθέτουμε ένα πωλητήριο του 1822, το οποίο αφορά τα χωριά της Γορτυνίας Λαγκάδια, Κόκλα και Κορδέλα:
     «Οι διορισμένοι επιστάτες εκ μέρους της υπερτάτης Διοικήσεως, και της Κεντρικής Πελοποννησιακής Γερουσίας δια την επί δημοπρασίας πώλησιν των ιλτιζαμίων της επαρχίας Καρυταίνης, συνελθόντες επί το αυτό απωλήσαμε το εφετεινόν ιλτιζάμι της δεκατιάς και μέρους τρίτου, των χωρίων, λαγκαδίων, κόκλα και κορδέλας, προς τους κυρίους κωνσταντίνον δεληγιάννην, αθανάσιον δεληγιάννην, και μιχάλην οικονομόπουλον δια γρόσια δύο χιλιάδες, ήτοι γρόσια 2.000: οίτινες μας εμέτρησαν επί χείρας γρόσια εξακόσια εξήντα έξι, ήτοι γρόσια 666: υποσχόμενοι να πληρώσουν και τα λοιπά με δύο δόσεις, δηλαδή τα μεν ήμισυ εις τας 15: Ιανουαρίου κατά την ήν ελάβομεν περί τούτων ομολογία των. Οι ειρημένοι αγορασταί έχουσι και λαμβάνωσιν εν γένει από τα προιόντα των διαφόρων ιδιοκτησιών το δέκατον, και από τα πρώιμα και όψιμα εθνικά γεννήματα τρία στα δέκα, έξω από τους κήπους και αμπέλια του χωρίου. Οι ζευγολάται και λοιποί κάτοικοι των χωρίων είναι εις χρέος να δίδουν κονάκι και μαγαζί εις τους ειρημένους αγοραστάς δια να βάνουν το τριτοδέκατον, και ένα πρωτόγερον, και να κουβαλούν και την δεκαετία μόνον του πρωίμου εις τα εκπάλαι συνήθη και διορισμένα μέρη. Ούτω δίδεται το παρόν με τας υπογραφάς μας και με την σφραγίδα της επαρχιακής εφορείας εις ένδειξιν.
 
                                                                                          1822: Ιουνίου 7: στεμνίτζα
Η εφορεία της επαρχίας                                                 Οι επιστάται των διοικήσεων
Καρυταίνης
                                  
[Σφραγίδα]                                                                                   Δημήτρης Ιωάννου
                                                                                               μανόλης μελετόπουλος
                                                                                                   θεόδωρος Ζωγράφος
                                                                                           παναγιώτης Γιαννατάκης".

(Στάθης Ν. Τσοτσόρος. Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715 - 1828). Σελ. 249 - 254. Σχετική παραπομπή εγγράφου Γ. Α. Κ. , Υπ. Οικονομίας, φ. 6).
     Ακριβές αντίγραφο του παραπάνω εγγράφου στο τέλος του παρόντος στο σχετικό Παράρτημα.
     Προς το παρών ας ξεκαθαρίσουμε τι εννοούμε λέγοντας «εθνικά κτήματα ή χωρία». Έτσι λοιπόν σύμφωνα με την ακόλουθη καταγραφή, «….εθνικά ωνομάσθησαν τα χωρία άτινα προ της επαναστάσεως του 1821 ήσαν τουρκικαί ιδιοκτησίαι και απελευθερωθέντα περιείρχοντο αυτοδικαίως εις το Έθνος. Ενώ ιδιόκτητα ελέγοντο τα χωρία, τα οποία κατά την Τουρκοκρατίαν ήσαν χριστιανικαί ιδιοκτησίαι….». (Ν. Ι. Φλούδας. Βυζικιώτικα. Τόμος τέταρτος. Σελ. 101).
     Επίσης προτού προχωρήσουμε την ανάλυσή μας για τα χρόνια από το 1822 και μετά ας δούμε τι έγινε την προηγούμενη χρονιά, ήτοι κατά το 1821. Έτσι λοιπόν σύμφωνα με κάποια έγγραφα, οι προσόδοι του 1821 στο χωριού μας ήταν αγορασμένοι από τον Δημητσανίτη Ευθύμιο Νικολάου. Τούτο μαρτυρείται, από τα έγγραφα που παραθέτουμε παρακάτω, κατά τα οποία, σύμφωνα με το «Πρωτόκολλον εισερχομένων και αποφάσεων Βουλευτικού», «....τη 19 Μαίου 1822, ήλθε γράμμα παρά του Αγίου Π. Πατρών, ιδ' (14) Μαίου, με αναφοράν Ευθυμίου Νικολάου από Δημητζάνην περί ιλτιζαμίου εις χωρίον Καλλιάνι και Τζούκα....». (Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας. Τόμος  12. Σελ. 1).
     Το γράμμα με την αναφορά «ανεγνώσθη» αυθημερόν από το Βουλευτικό, όπως πληροφορούμεθα από την παρακάτω καταγραφή, η οποία έχει ως εξής:
     «Εν Κορίνθω τη 19 Μαίου 1822
     Έτι σήμερον ανεγνώσθη γράμμα του Γερμανού Παλαιών Πατρών με αναφοράν Ευθυμίου Νικολάου από Δημητσάνην περί ιλτιζαμίου εις χωρίον Καλιάνου και Τσούκα, ήτις μετά την ανάγνωσιν εδόθη εις το Εκτελεστικόν». (Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας. Τόμος  Ι. Σελ. 35-36).
     Το γράμμα που «ανεγνώσθη και εδόθη στο Εκτελεστικόν», ήτοι η αναφορά του Π. Πατρών Γερμανού ήταν:
     «Ο Π. Πατρών Γερμανός συνιστά εις το Βουλευτικόν να επιτρέψη εις τον Ευθύμιον <Νικολάου> την είσπραξιν της δεκάτης εκ των χωρίων της επαρχίας Καρυταίνης.

                          Προς την Υπερτάτην Βουλήν της Ελλάδος

     Ο επιφέρων το παρόν μου Ευθύμιος εκ Δημητζάνης είχεν αγορασμένον το πασιλίκι δύο χωρίων, Καλιάνι και Τζούκα λεγόμενων, και κειμένων εν τη επαρχία Καρυταίνης κατά τα ανά χείρας αυτού έγγραφα. Πέρυσι εν καιρώ θερισμού διωρίσθη παρά των τότε γερουσιαστών, ως λέγει, να αφήση την σύναξιν της δεκατιάς εις τους εφόρους της επαρχίας προς χρήσιν των στρατιωτιών, επί υποσχέσει να τω δοθή εφέτος η σύναξις της δεκατιάς των αυτών χωρίων. Ηκολούθησε κατά τον διορισμόν, πλήν, με το να είχεν εκ δανείων την αγοράν ταύτην, απαιτείται ήδη παρά των δανειστών' και εκτός τούτου υστερείται και των αναγκαίων προς εξοικονόμησιν της φαμελίας του' καιρού δε όντος της συντάξεως των καρπών, καταφεύγων εις την δικαιοσύνην της Υπερτάτης Βουλής, εζήτησε και την παρ' εμού σύστασιν. Λοιπόν σας πληροφορώ ότι ενδεής ο ανήρ και εκ δανείων οικονομείτο πρότερον και δίκαιον να ελεηθή, διότι ο πτωχός έδωσε το πάν της ουσίας του και έμεινε και εις χρέος ικανόν και, αν παροραθή, ήδη απελπίζεται βέβαια. Όθεν ας οικονομηθή και ούτος με τον τρόπον οπού ο Θεός σας φωτίση και τη αληθεία μισθός λογίζεται. Ερρωσθε.

Αωκβ', Μαίου ιδ', εν Δημητζάνη                      Ο ευχέτης υμών και πρόθυμος
                                                                                          + Ο Πατρών»

(Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας. Τόμος  9. Σελ. 179-180).

     Αλλά και ο ίδιος ο Ευθύμιος Νικολάου είχε αποστείλει παράλληλα άλλη δική του αναφορά, η οποία ήταν:

     «Ο Ευθύμιος Νικολάου αιτείται να του επιτραπή η είσπραξις της δεκάτης κατά το τρέχον έτος (προβλ. και εγγρ. 145)
                                    Υπερτάτη Εθνική Βουλή

     Καταπιεζόμενος υπό της δυστυχίας και υπό της στενοχωρίας των δανειστών παρουσιάζομαι δια της παρούσης μου δουλικής αναφοράς εξαγγέλων ότι έχων τον παρελθόντα χρόνον ιλτιζάμι δύο χωρίων, Καλιανίου και Τζούκας, υπό την επαρχίαν Καρυταίνης διατελούντων, την δεκαετίαν, υπεχρεώθην παρά της τότε Σεβαστής Γερουσίας και τα άφησα και εγένετο ζάπτι από το Γένος. Τώρα λοιπόν εξαιτούμαι θερμώς την Υπερτάτην Διοίκησιν ίνα επιβλέψη ιλέω το όμματι και προς εμέ τον άπορον να κάμη έν έλεος, διορίζουσα προς παραμυθίαν της ενδείας μου ή τα αυτά εφέτος να με δοθώσιν ή άλλως πως κάν προς ανακούφησιν της στεναχωρίας των δανειστών όστις περιμένων την απόφασίν της μένω μ' όλον το βαθύτατον σέβας.

Εν Κορίνθω τη 19 Μαίου 1822                                 Ο ελάχιστος δούλος
                                                                    Ευθύμιος Νικολάου από Δημητζάνα»

(Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας. Τόμος  9. Σελ. 184).

     Δεν γνωρίζουμε τι τελικά έγινε. Αλλά παράλληλα δεν νομίζουμε, παρ' όλη τη μεσολαβητική προσπάθεια του Αγίου Π. Πατρών Γερμανού, ο δυστυχής Ευθύμιος Νικολάου, από την Δημητσάνα, να κατάφερε την σύναξη των προσόδων του 1822, από το Καλλιάνι και την Τζούκα. Τούτο γιατί σύμφωνα με το έγγραφο της 5 Ιουνίου 1822, οι προσόδοι του χωριού μας είχαν αγορασθεί από τους Καλλιανιώτες, Γεώργιο Γιαννικόπουλο και Παναγιώτη Ντέντε, ως φαίνεται από το έγγραφο που ακολουθεί. Το έγγραφο αυτό έχει ώς εξής:

      «Καταγραφή πώλησης τριτοδεκάτων                         1822 Ιουνίου, 5 Στεμνίτζα.
        επαρχίας Καρυταίνης.
        (φ. 1ον)

     Καταγραφή των ιλτιζαμίων και τριτοδεκατιών των χωρίων της επαρχίας Καρυταίνης, άτινα επί δημοπρασίας επωλήσαμε εις τους κάτωθεν δια της εφορείας της αυτής επαρχίας, και δια των επιστάτων της Υπερτάτης Βουλής, και της Σεβαστής Π. Γερουσίας.
......................
Καλλιάνι με Μάσκαρι τρίτον και δεκατιάν εις τον Γεώργιον Γιαννικόπουλον και Παναγιώτην Ντέντε………..510.
Ζλάτικα τρίτον και δεκατιάν εκτός των ελαιών εις τον Αναγνώστην Κωνσταντόπουλον και λοιπούς εγχωρίους……1700.
Βρετεμπούγα τρίτον και δεκατιάν ένα τέταρτον χριστιαννικόν εις τον Νικολόν Μπικινόπουλον…………….370.
Αλβάνιζα τριτοδέκατον 375 εις τον Θανάση Ντεληγιαννόπουλον
Ρένεση τρίτον και δέκατον εις τον ίδιον
Βερβίτσα δεκατιά, Σπάθαρη, Βάνενα και Μάγοσι δεκατιάν και μέρος τρίτον εις τον Στασινόν Παπαδόπουλον….1700.
Λεμούσι δεκατιά εις τον Στασινόν Παπαδόπουλον…..50
Γαλατά με Ρακοβούνι 100 εις τον Κωνσταντίνον Δεληγιάννη.
Βυζίτσι δεκατιά εις τον Κωνσταντή Σπυρόπουλον….510.
Λαγκάδια δεκατιά και μέρος τρίτον Κόκλα με Κορδέλλα μόνον δεκατιά εις τον Κωνσταντίνον Δεληγιάννη……2000.
……………»

     Το παρόν έγγραφο έχει εκδοθεί από τα (Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας. Τόμος 8ος. Μέρος Γ’. Σελ. 48-49)καθώς επίσης και από τον: (Στάθη Ν. Τσοτσόρο. Οικονομικοί και Κοινωνικοί μηχανισμοί στον Ορεινό Χώρο. Γορτυνία 1715-1828. Σελ. 255-256).
     Στο σημείο αυτό όμως να κάνουμε μια μικρή παρένθεση, και αυτό για να γίνουν περισσότερο κατανοητοί οι όροι και η σημασία μερικών λέξεων. Προς τούτο παραθέτουμε από το λεξικό της τότε εποχής την σημασία μερικών όρων και εκφράσεων περί δεκατιάς, τριτοδεκάτου κ.λ.π.
     «.......Ιλτιζάμι =μίσθωσις των προσόδων και φόρων
Δεκατιά =φόρος δεκάτης, το 10% επί της παραγωγής, επί όλων των προιόντων.
Δεκατίζω= εισπράττω την δεκατιά.
Δεκάτισμα, δεκατιστής=η είσπραξη, ο εισπράκτορας της δεκατιάς.
Δεκάτρια=το δέκατο και το τρίτο μαζί της παραγωγής.
Τριτάρικο=κτήμα η ζώο που παίρνει για καλλιέργεια ή φύλαξη ο αγροτοποιμένας
με τη συμφωνία να δίνη το τρίτο της παραγωγής στον ιδιοκτήτη.
Τριτοδέκατο= ο φόρος της δεκατιάς και του τρίτου, το 1/10 και τα 3/10 των προιόντων, πρόσοδοι Δημοσίου και ιδιοκτήτου.
Τριταρίζω= κανονίζω την είσπραξη του φόρου του τρίτου της παραγωγής. Δίνω χωράφια με το τρίτο σε ακτήμονες καλλιεργητές και παίρνω το τρίτο της παραγωγής.....». (Α. Τσέλαλης. Πλαπούτας. Σελ. 674 και 681).
     Μετά από την μικρή μας αυτή παρένθεση ας επιστρέψουμε στο έγγραφο που παραθέσαμε παραπάνω, το οποίο αποτελείται από πέντε σελίδες, και περιέχει αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία για την περιοχή, και τα πλησιόχωρα με το Καλλιάνι χωριά. Επί του παρόντος όμως εκείνο που θα μας απασχολήσει κυρίως, είναι το χωριό μας και οι πλησιόχωρες με αυτό περιοχές – οικιστικοί χώροι όπως του Κόκλα, του Μάσκαρι, το (Γε)Ρακοβούνι, καθώς και τα πρόσωπα που καταγράφονται σαν αγοραστές στα σχετικά έγγραφα, της ενοικίασης των προσόδων του έτους αυτού. Προς τούτο λοιπόν, αναζητήσαμε το πρότυπο του παρόντος πωλητηρίου το οποίο έχουμε την τιμή να  σας παρουσιάσουμε για πρώτη φορά μέσα από τις σελίδες μας εδώ.
     Το ανέκδοτο αυτό έγγραφο, μέχρι σήμερα, έχει ως εξής:
     «Οι διορισμένοι επιστάται εκ μέρους της υπερτάτης διοικήσεως και της κεντρικής Πελοποννησιακής Γερουσίας δια την επί δημοπρασίας πώλησιν των ιλτιζαμίων της επαρχίας Καρυταίνης, συνελθούντες επί το αυτό μετά των κυρίων εφόρων της αυτής επαρχίας επί πληρεστάτης δημοπρασίας επωλήσαμε το εφετινό ιλτιζάμι τρίτου και δεκατιάς του χωρίου Καλιάνι με Μάσκαρι κατά την εκπάλαι συνήθεια πρός τον Γεώργιον Γιανικόπουλον και Παναγιώτην Ντέντε δια γρόσια πεντακόσια δέκα ήτοι γρ. 510 οίτινες μας εμέτρησαν επί χείρας γρόσια εκατόν εβδομήντα, ήτοι γρόσια 170, υποσχόμενοι, να πληρώσουν και τα λοιπά με δύο δόσεις, δηλαδή τα μεν ήμισυ εις τας 15 του ερχόμενου Σεπτεμβρίου, τα δε λοιπά της αποπληρώσεως εις τας 15 Ιανουαρίου κατά την ήν ελάβομεν περί τούτου αποδειξίν των. Οι ειρημένοι (?) αγοραστές έχουν να λαμβάνουν εν (μια δυσανάγνωστη λέξη) από τα πρώϊμα και όψιμα γεννήματα τρία στα δέκα. Οι ζευγολάται και λοιποί κάτοικοι του χωρίου είναι εις(?) χρέος να δίνουν κονάκι και μαγαζί εις τους ειρημένους(?) αγοραστάς δια να βάνωσι τα τριτοδέκατα, και ένα πρωτόγερον, και να κουβαλούν και την δεκατιάν μόνον του πρώιμου εις τα εκπάλαι συνήθη και διορισθέντα μέρη. Ούτω δίδοται το παρόν με τας υπογραφάς μας, και με την σφραγίδα της επαρχιακής εφορίας ην εδιάταξεν

Η εφορία της Επαρχίας                                                1822 Ιουνίου 6 Στεμνίτζα
Καρυταίνης                                                                 Οι επιστάται των διοικήσεων
                                                                                     Δημητρόπουλος Ιωάννης 
[Σφραγίδα]                                                                   Μανόλης Μελετόπουλος
                                                                                     Θεόδωρος Ζωγράφος
                                                                                     Παναγιώτης Γιαννετάκης(?)»

     Στην ράχη του εν λόγω εγγράφου βρίσκεται γραμμένο και το κάτωθι:

     «Παρομοίως και το τρίτον των χαραφίων Κορδέλλας κατά την εκ πάλαις (σ. σ. δηλ. παλαιότερη) συνήθειαν του χωρίου των έχουν να κάμωσι ζάπτι.»
     Το εν λόγω έγγραφο από τα (Γ. Α. Κ. / Υπουργείο Οικονομίας/Φ 6. αρ. εγγρ. 6), ακριβές αντίγραφο του οποίου παραθέτουμε στο τέλος του παρόντος στο σχετικό Παράρτημα.
     Το ίδιο περίπου περιεχόμενο έχει και το έγγραφο που αφορά την πώληση των χωριών: «….Αναζύρι, Κατσουλιά, Τζίπολι, και Γαλατά με Ρακοβούνι….», που αγόρασε ο Κωνσταντίνος Δεληγιάννης.
     Ακριβές αντίγραφο και του εν λόγω αυτού πωλητηρίου εγγράφου, από τα (Γ. Α. Κ. Υπουργείο Οικονομίας /Φακ. 6 αρ. 58), στο τέλος του παρόντος, στο ανάλογο Παράρτημα.
     Αυτά ήταν σε γενικές γραμμές τα γεγονότα διεδραματίστηκαν τα δύο πρώτα χρόνια της επανάστασης του 1821. Χαρακτηριστικό της περιόδου αυτής και το ακόλουθο.

     «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΧΩΡΙΩΝ ΤΑ ΕΠΙΜΑΧΑ ΧΩΡΑΦΙΑ ΤΟΥ 
     ΖΟΥΛΑΤΙΚΑ

     Από του 1773 οι κάτοικοι του χωρίου Ζουλάτικα (ήδη Αετοράχης) εκαλλιεργούσαν κάτι κτήματα συνεχώς μέχρι του 1823, πράγμα όπερ εβεβαίουν οι κάτοικοι των γειτονικών χωρίων.
     Το πράγμα αυτό δεν ηρνήθησαν ούτε οι κάτοικοι των χωρίων Σέρβου, Ρεκουνίου (ήδη Λευκοχωρίου) Ρένεσι (νύν Καστράκι) και Καλλιάνι, οίτινες μάλιστα ωμολόγησαν και τα εξής εις τον απεσταλμένον της υπερτάτης Διοικήσεως, Γεώργιον Γεωργόπουλον ότι κατά το 1822 ο Απόστολος Παπαδόπουλος από Μαγούλιανα με κάποιον Καλιντέρην ήταν «επιστάτες της συνάξεως των δεκατιών (= φορολογίας των δημητριακών) της Λιοδώρας (Ηραίας), επήραν δεκατίαν των Ρενεσαίων εις κάποια χωράφια όντα εις το πέρα του ποταμού και την επήγαν εις το χωρίον Μπέτζι, λέγοντες ότι απ’ εδώ και εις το εξής, οι μεν μπετζαίοι να κάμωσι το εν μέρος του ποταμού οι δε ρενεσαίοι και λοιπά χωρία να κάμωσιν το άλλον». Οι ρενεσαίοι παραπονέθησαν εις τον Κανέλλον Δεληγιάννην όστις τους είπε «…υπάγετε να κάμετε τα ζουλατικέϊκα όπου είναι κατά το μέρος σας».
     Η διαφορά έφθασεν εις το Υπουργείον Εσωτερικών, το οποίον διέταξε να καλλιεργηθώσιν απ’ αυτούς οίτινες τα είχον και τα εκαλλιεργούσαν μέχρι του καιρού της επαναστάσεως, διέταξε δε την 6ην Μαίου του 1823 τον Γεώργιον Γεωργόπουλον  «να πάρη δύο στρατιώτας και να απέλθη εκεί επιτοπίως να θεωρήση την υπόθεσιν αφιλοπροσώπως προσπαθών να συμβιβάση κατά Νόμον ή να λάβη πληροφορίας παρά των γινοσκόντων τίνες προ χρόνων εκαλλιέργουν ταύτα  τα χωράφια» και να αναφέρη εις το υπουργείον.
     Ο Γεωργόπουλος την 11ην Μαίου 1823 ανέφερε σχετικώς και την επομένην το αυτό υπουργείον εσωτερικών διέταξε τους κατοίκους των χωρίων Σέρβου, Ρεκουνίου και Καλλιανίου, ότι τα κτήματα ανήκουσιν εις τους Ζλατικαίους να «τραβίξουν χέρι απ΄αυτά και να μη φανούν απειθείς διότι θα παιδευθούν». (Ν. Ι. Φλούδας. Νέα του Βυζικίου. Μάιος 1962. Φ. 23).

     Αλλά στο σημείο αυτό ας δούμε μερικά ακόμα έγγραφα που αφορούν γενικά την περοχή μας στο θέμα των «Εθνικών προσόδων», από το 1824 και μετά.
     Έτσι λοιπόν όπως πληροφορούμαστε μέσα από κάποια έγγραφα και κάποιες ιστορικές αναφορές οι προσόδοι των επομένων ετών για κάποια χωριά της περιοχής μας είχαν «περιέλθει» στην μερίδα του Πλαπούτα. Τούτο πιστοποιείται από το παρακάτω έγγραφο της 19 Δεκεμβρίου του 1827 με το οποίο η «Οικονομική Γραμματεία της Επικράτειας» καλούσε τον Πλαπούτα να «αποδώσει» τις χρωστούμενες οφειλές του, από την σύναξη των προσόδων των ετών αυτών. Το έγγραφο αυτό έχει ως εξής:

     «Η επί της Οικονομίας Γραμματεία                          19 Δεκεμβρίου 1927
της Επικράτειας, Αίγινα
προς Δημήτριο Κολιόπουλο

Πρωτότυπο. Μονόφυλλο, 325 Χ 220

Αρ. 1827                          Ελληνική Πολιτεία
         Η επί της Οικονομίας Γραμμ. της Επικρατείας
         Προς τον Στατηγόν Δ. Κολιόπουλον

    Κατά το υπ' αριθ. 3087 Διάταγμα της Σ. Κυβερνήσεως καταχωρηθέν υπ'. Αριθμ. 2337 διορίζεσαι να παρουσιάσης λογαριασμόν δι' όσα εσύναξες κατά το 1822 από τα χωρία της Ηλιοδώρας οπού ήτον πωλημένα και τα κράτησες, Τζούκαν, Βλάχους, Καλύβια, Λότη, Μπέτζι, Καραχασάκη, Μερκίτζα, Αναζύρη, Κοκορά και Κακουράηκη, από δε την Περαμεριάν, Άσπρα Σπήτια, Λυκούρεσι, Πέλεσι, Τσάρεσι, και Τελαλή. Και από Άκωβας χωρία, γένημα σινίκια εξακόσια δέκα έξ. Αρ, 616 κατά δε το 1823 τα ρηθέντα πέντε χωρία της Περαμεριάς, κατά το 1824 τα ίδια πέντε χωρία, παρομοίως δε θέλεις ακολουθήσει, και δια τας Προσόδους οπού εσύναζες της Ηλιοδώρας, δια το 1822, 1823 και μέχρι την σήμερον, διότι τούτων τα τριτοδέκατα μένουν εις βάρος σου.
     Η γραμματεία περιμένει την περί τούτου απάντησίν σου.

Εν Αιγίνη                                                              Ο επί της Οικονομίας
Τη 19 Δεκεμβρίου 1827                                 Γραμμ. της Επικράτειας

[σφραγίδα]                                                              Π. Ν. Λοιδορίκης».
(Αρχείον Κανέλλου Δεληγιάννη. Τα έγγραφα 1779 – 1827. Σελ. 259-260).

     Παράλληλα η «Οικονομική Γραμματεία της Επικράτειας», συντάσσει και αποστέλλει ένα δεύτερο έγγραφο, με την ίδια ημερομηνία, στους ενοικιαστές των προσόδων της περιοχής. Το έγγραφο αυτό έχει ως εξής:

     «Η επί της Οικονομίας Γραμματεία                                   19 Δεκεμβρίου 1927
της Επικράτειας, Αίγινα
προς Παπαστάθη, Αναγν. Πετρακάπουλο και άλλους

Πρωτότυπο. Μονόφυλλο, 325 Χ 220

Αρ. 1828                             Ελληνική Πολιτεία
        
           Η επί της Οικονομίας Γραμμ. της Επικρατείας

     Προς τους Κυρίους Παπαστάθην, Αναγνώστην Πετρακόπουλον, Παπαγιωργάκην Γιαννάκην, Καραλή, Αργύρην Αποσκήτην, Γεώργιον Κοντοβαζενίτην, και λοιπούς.

     Από το εσώκλειστον Κατάλογον πληροφορείσθε, ότι μένετε να πληρώσετε εις το Εθν. Ταμείον γρόσια εξ χιλιάδας εξακόσια πενήντα έν και είκοσι τρείς αρ. 6551:23 δι' όσα εμείνατε χρεώσται από τας Προσόδους του 1824 αι οποίαι εδημοπρατήθη παρά του Στρ. Κανέλλου Δηλιγιάννη συναινέσει των Προκρίτων και Καπιτανέων, του Τμήματος Άκωβας, και Πέραμεριάς, περί τούτου σας εγκλείεται και ονομαστικός κατάλογος φροντίστε λοιπόν να εμβάσητε ο καθείς εις το Εθν. Ταμείον τα γρόσια ταύτα όσον τάχος διότι η Κυβέρνησις είναι βιασμένη να μεταχειρισθή δραστήρια μέσα δια να σας υποχρεώση να τα πληρώσετε και με ζημίαν σας μεγάλην. Ούτω ποιήσατε εξ΄αποφάσεως.

Εν Αιγίνη                                                              Ο επί της Οικονομίας
Τη 19 Δεκεμβρίου 1827                                 Γραμμ. της Επικράτειας

[σφραγίδα]                                                              Π. Ν. Λοιδορίκης».

(Αρχείον Κανέλλου Δεληγιάννη. Τα έγγραφα 1779 – 1827. σελ. 261-262).

     Και ενώ αυτά έγιναν το 1827, ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά έγγραφα που αφορούν την σύναξη των Εθνικών προσόδων, της περιοχής μας από την προηγούμενη χρονιά, ήτοι κατά το 1826.

     «Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος, Ναύπλιο                              3 Ιουνίου 1826
      Προς Κανέλλο Δεληγιάννη

Πρωτότυπο Μονόφυλλο 370 Χ 230

Αρ. 1042                        Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος

     Πρός τον Γενναιότατον Στρατηγόν Κανέλον Δελιγιάννην.

     Οι Κύριοι Στασινός Παπαδόπουλος, Γιαννάκης Στασινόπουλος, Αναγνώστης Γεωργακόπουλος, και Σοφιανός Θεοδωράκη διωρίσθησαν να φροντίσουν να συνάξουν τα τριτοδέκατα και λοιπά εθνικά δικαιώματα του εις Καρυταίνην τμήματος Άκωβας και Περαμεριάς, και να τα παραδώσουν εις της Γενναιότητά σας, δια ν’ ασφαλισθούν εις τα δύω Σπήλαια της επαρχίας Σας, και να χρησιμεύσουν εις τροφήν των στρατιωτών.
     Διατάττεσθε λοιπόν να φροντίσητε να οχυρωθούν τα άνω ειρημένα δύο Σπήλαια όπου να αποταμιεύσητε τα οποία με καταγραφήν θέλετε παραλάβη από τους ρηθέντας κυρίους Στασινόν Παπαδόπουλον κα λοιπούς τριτοδέκατα και λοιπά εθνικά δικαιώματα. Να διορίσητε δε φρουράν να επαγρυπνή εις αυτά, δια να μή γένη καμμία κλοπή, ή κατάχρησις.
     Τη 3 Ιουνίου 1826 εν Ναυπλίω

     [σφραγίδα]                                                                             [Υπογραφές]
(Αρχείον Κανέλλου Δεληγιάννη. Τα έγγραφα 1779 – 1827. σελ. 198-199).

     Ακριβές αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου στο τέλος του παρόντος στο ανάλογο Παράρτημα.
     Αλλά και κατά την προηγούμενη χρονιά του 1826, ένα χαρακτηριστικό έγγραφο που δείχνει την επικρατούσα κατάσταση στην περιοχή μας και το ακόλουθο. Το έγγραφο αυτό εκτός από την διαμορφωθείσα κατάσταση των προσόδων είναι χαρακτηριστικό για τις βιαιοπραγίες και τις καταστροφές που είχαν επιφέρει οι ορδές του «κερατομπρίμη» στην περιοχή μας. Το έγγραφο αυτό έχει ως εξής:

     «Στασινός Παπαδόπουλος, Γιαν. Στασινόπουλος,                   29 Νοεμβρίου 1826
Σοφιανός Αναγνωστόπουλος, Αναγν. Γεωργάκη, Βερβίτσα
Προς την Διοικητική Επιτροπή
Σχέδιο. Μονόφυλλο, 213 Χ 185

     Σεβαστή Διοικητική Επιτροπή
     Εις την προς ημάς σεβαστήν αυτής διαταγήν εδιωρίσαμεν αναλόγως εις τα χωρία του τμήματος τούτου Άκωβας και Πέρα Μεριάς, υποεπιστάτας, επεστατήσαμεν και ημείς εις τα πρώιμα και όψιμα, και μ΄ όλον ότι άλλων χωρίων τα γενήματα εχαλάσθησαν απο τους Τούρκους, και άλλων δε από τους ομοπίστους οπού κατέφυγον εδώ εις αυτά τα μέρη όλων των βουνών ομού και τα ζοντανά τους εσυνάξαμεν εις το εσώκλειστον μας κατάστιχον σ(ινίκια) 11172 απο τα οποία μέρος εδόκαμεν εις μισθούς των υποεπιστατών, έξοδα και ψωμί, ομοίως και ημών, και προς τους καπιταναίους εις διαταγήν του στρατηγού κ(υρίου) Κανέλλου Δεληγιάννη. Τα δε λοιπά έμειναν και τα παραδώκαμεν εις την εξοχότητά του σ(ινίκια) 8484 ως θέλετε ιδή εις το καταστιχόν μας, το οποίον στέλνομεν προς αυτήν και μένομεν μ’ όλον το καθήκον σέβας.
     1826 νοεμβρίου 29. Βερβίτζα.

     Στασινός Παπαδόπουλος
     Γιαννάκης Στασινόπουλος
     Σοφιανός Αναγνωστόπουλος
     Αναγνώστης Γεωργάκη»
(Αρχείον Κανέλλου Δεληγιάννη. Τα έγγραφα 1779 – 1827. σελ. 210).

     Στην συνέχεια παραθέτουμε μερικά ακόμα έγγραφα που αφορούν την κατάσταση των «Εθνικών Προσόδων» στην περιοχή μας, τα επόμενα χρόνια. Μερικά από αυτά είναι:

     1. «Η Αντικυβερνητική Επιτροπή, Πόρος                                           10 Μαΐου 1827
πρός τους κατοίκους Άκοβας και Πέρα Μεριάς
Πρωτότυπο. Μονόφυλλο 365 Χ 230

Αρ. 682                                           Ελληνική Πολιτεία

                                              Η Αντικυβερνητική Επιτροπή

     Πρός του Επιστατοδημογέροντες και λοιπούς Κατοίκους του Τμήματος Άκωβας και Περαμεριάς από Κερπινήν μέχρι Νεμούτας.
     Οι Ευγενέστατοι Κύριοι Κωνσταντίνος και Νικόλος Δελιγιάννη ηγόρασαν παρά της παυσάσης Διοικητικής Επιτροπής τα εφετεινάς εθνικάς προσόδους του Τμήματος αυτού.
     Η Κυβέρνησις αναγνωρίζουσα νόμιμον την αγοράν αυτήν, Σας διατάττει να γνωρίσετε αυτούς Νομίμους ενοικιαστάς κατά την υπ’ αρ. 976 διαταγήν της παυσάσης Διοικητικής Επιτροπής του Εθνικού Ταμείου, και να αποδώσετε προθύμως όλα τα ανήκοντα εθνικά δικαιώματα.
     Προσέξατε όμως μή δείξη τις την παραμικράν ανθίστασιν, διότι όστις απειθήσει, θέλει τιμωρηθή αυστηρώς παρά της Κυβερνήσεως, και θέλει μείνει ανοφελώς μετανοημένος.

     Τη 10 Μαίου 1827. εν Πόρω

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή
[σφραγίδα]     [υπογραφές]»

              
     2. «Κανέλος, Κωνσταντίνος και Νικόλαος                                15 Ιουλίου 1827
Δεληγιάννης, Βούρτζι (Βούτσι ;)
Αντίγραφο. Δίφυλλο, 320 Χ 220

     Εξοχότατε
     Και δι’ άλλης ημών αναφοράς σας εξηγήθημεν τα παρά του Γενναίου και Κολιόπουλλου εμπαθή ιδιοτελή και απότολμα κινήματα εναντίον των όσων χωρίων Αναζυρίου, Άκωβας και Πέρα Μεριάς είχομεν αγορασμένα παρά της Σ(εβαστής) Διοικήσεως, και τον αλλόκοτον και επιζήμιον τρόπον εις πλάτος, και εξ εκείνης επληροφορήθητε, αλλά μη ιδόντες ενέργειαν τινά εις τας δικαίας ημών εν ταύτη αιτήσεις, ή απηλήν, και παραχώρησιν των διαληφθέντων απο τας προς ημάς ανηκούσας εθνικάς προσόδους, αλλά μάλλον προσθήκην και επιμονήν εις τας κακουργίας των, κατ’ επανάληψιν της προτέρας αναφερόμεθα και ήδη δια της παρούσης ημών και αύθις παρακαλούντες το αρχιστρατηγείον και εξαιτούμενοι ίνα διατάξη τον γενικόν αρχηγόν Θ. Κολοκοτρώνη (καθότι αδεία και δυνάμει τούτου κατεργάζονται ταύτα τα προς εκτέλεσιν του οίστρου των παθών και ιδιοτελείας των) και αυτούς τους διαλειφθέντας ιδιαιτέρως, εντόνως και δραστηρίως, ίν’ αποστώσει και παραχωρήσωσιν απροφάστως, αφ’ όσα εθνικά δικαιόματα έχομεν ημείς αγορασμένα (καθότι οσάκις αυτοί παρά της Σ(εβαστής) κυβερνήσεως διετάχθησαν ίνα λείψωσιν απο παρομοίους ανοσιουργίας αντιβαινούσας και εις το δικαίωμα του πολίτου, και εις την Δικαιοσύνην, και εις τον συνταγματικόν μας χάρτην, και εις την οικονομίαν του εθνικού ταμείου, αψηφούντες ού μόνον εφάνησαν παρήκοοι και απειθείς [καταχρασθέντες αυτάς τας προσόδους] αποδιώξαντες τους εις αυτά επιστάτας μας, και εκεί τούτε αδελφόν μας, τον οποίον και πολυόρκησαν οκτό ημέρας, αλλά μετά την αναχώρησιν αυτού την οποίαν έκρινε τότε αναγκαίαν ίνα μη εκραγή εμφύλιος πόλεμος, καταχρασθέντες αυτάς τας προσόδους, εσύναξεν όλας. Δίδοντες μέρος αυτών εις τους νεοσυστάτους των καπιταναίους, μέρος αφήσαντες εις την διάκρισιν των υπ’ αυτούς, και πρός άλλους χαριζόμενοι πρός αυτούς ίνα δώσωσι μικράν ποσότητα όσην ευχαριστούντο, τα δε υπόλοιπα οικειοποίηθησαν οι δύω αυτοί και σίν τούτοις να διατάξη και τους εγκατοίκους των χωρίων Αναζυρίου Άκωβας και Πέρα Μεριάς ίνα δεχθώσι τους επιστάτας ημών, και αποδόσωσιν ανελειπώς πρός ημάς αγοραστάς όντας, και επιστάτας μας τα εθνικά διακαιώματα, χωρίς να ακούσωσι ή γνωρίσωσιν άλλον τινά.........
     .......και αποκαθιστών ημάς εις την επίτευξιν των προφανών μας αναπαλλοτριώτων δικαιωμάτων, ών και την αποπεράτωσιν αναμένοντες μένομεν ευσεβάστως.

     Τη 15 Ιουλίου 1827 εν Βουρτζίω

                                                                                              Οι πολίται
                                                                                      Καν. Δηλιγιάννης
                                                                                      Κωνστ. Δηλιγιάννης
                                                                                      Νικ. Δηλιγιάννης»

     Ένα περισσότερο κατατοπιστικό έγγραφο που αφορά την περιληπτική είσπραξη των «Εθνικών Προσόδων» περιοχής μας, κατά την επαναστατική κυρίως περίοδο, είναι το ακόλουθο:

     «Η επί της Οικονομίας Γραμματεία                                  11 Δεκεμβρίου 1827
     Προς την Αντικυβερνητική επιτροπή                   αντιγρ. 19 Δεκεμβρίου 1827

Αντίγραφο επικυρωμένο. Διφυλλο, 325 Χ 220

Αριθ. 1795                           Ελληνική Πολιτεία

     Προς την Σ(εβαστήν) Αντικυβερνητικήν επιτροπήν.
     Η επί της Οικονομίας Γραμματεία της Επικρατείας.

     Ελήφθη η αναφορά του Στρατηγού Κανέλλου Δηλιγιάννη, διευθυνθείσα παρά της Κυβερνήσεως εις την λογιστικήν επιτροπήν και εκείθεν επιστραφείσα εις την Γραμματείαν, με την επ' αυτής σημείωσιν να επεξεργασθούν οι λογαριασμοί αυτού και ν' αναφερθούν εις την Σ(εβαστήν) Κυβέρνησιν δι' όσα μένει να λάβη.
     Ο Κύριος Κ. Δηλιγιάννης κατά το 1822 αγόρασεν εν διαφόροις ονόμασιν τας προσόδους του τμήματος Άκωβας, Περαμεριάς, και χωρίων τινών της Ηλιοδώρας, δια γρόσια 44511, κατά τας χείρας του πωλητήρια, εκ των γροσίων τούτων εμέτρησεν γρόσια 14.837, το τρίτον της ολικής ποσότητος, ως το ανά χείρας του αποδεικτικόν.
     Αλλ' επειδή τότε διαλυθέντος του εν Πάτρας Στρατοπαίδου ευρισκομένων ο Στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης, εκύρηξεν εις πολλά μέρη της Πελοποννήσου ασηδοσίαν δεκάτην και άλλων ως τοις πάσι γνωστόν, των μεν χωρίων της Ηλιοδώρας τας προσόδους, και μέρος χωρίων της Περαμεριάς εσύναξεν ο Στρατηγός Δ. Κολλιόπουλος ως έχων δύναμιν, εις τα χωρία ταύτα, και βοηθούμενος παρά του Κολοκοτρώνη, τα χωρία δε ταύτα ήσαν, Τζούκα, Βλάχους, Καλύβια, Λώτι, Μπέρεσι, Τζάρεσι, Ντελαλή και Μπέλεσι, ως το υπ' αριθ. 1 και 3, παρουσιασθέν εις την Γραμματείαν Β: κατάστιχόν του φαίνεται. Των δε λοιπών μερών οι κάτοικοι, δια την προκήρυξιν της ανωτέρω ασυδωσίας δεν ηθέλησαν να δώσουν τα εθνικά, αλλ' εκ των συναχθέντων αυτών εις τα Δέκα Δύω, όντων συνικίων 7640 άλλα μεν οι κάτοικοι εκράτησαν, άλλα ο Κολλιόπουλος ως ανωτέρω, και ως εις Φύλλα 3 του Αου Καταστίχου, ο ίδιος επήρεν από Άκωβαν συνίκια 616 και 1021 και 1/2 συνίκια εξωδεύθησαν εις την Γερουσίαν και λοιπά ως κατάδηλον γίνεται και τούτο εις το υπ΄αριθ. 1, 2 και 3 παρουσιασθέν εις την Γραμματείαν Φύλον του Αου Καταστίχου, και ενί λόγω ο Κύριος Δελιγιάννης δεν ηδυνήθη να λάβη ουδ' οβολόν αφ' όσα έδωκε δι' αυτά, μ' όλον ότι διτάχθησαν οι κάτοικοι, και οι αυτή, Γερουσία, παρά της υπερτάτης Διοικήσεως ως φαίνεται από το εσώκλειστον της προς αυτήν Διαταγής του εκτελεστικού Σώματος.
     Επειδή δια τας προσόδους ταύτας επλήρωσα γρόσια ως τότε έτρεχον εις διάφορα νομίσματα 14837, το έν τρίτον ως ανωτέρω, η Γραμματεία κρίνει να πληρωθούν εις αυτόν τα γρόσια ταύτα μετά της αυξήσεως της τιμής αυτών, δηλ. γρόσια 29213 και όχι ως ο Στρατηγός Καννέλος απαιτεί συμπεριλαμβανομένου και του τόκου, τον οποίον απαιτεί, μένω εις την απόφασιν της Κυβερνήσεως.
     Κατά το 1823 ο τότε έπαρχος Καρυταίνης, Κύριος Α. Αιλαιών, κατά την Διαταγήν της Διοικήσεως μετά των προκρίτων εξέθεσαν εις Δημοπρασίαν τας προσόδους αυτής, αλλ' ο Κολλιόπουλος δεν άφησε να γένη η πώλησις των προσόδων αυτών, και ενώ ήτον συναγμένοι οι πρόκριτοι της επαρχίας ταύτης μετά του επάρχου και Καπεταναίων, στείλας τρείς ανθρώπους του επί συνελεύσεως, εκτήπησαν δια της πιστόλας πληγώσαντες θανασίμως τον Ανάστον αδελφόν των Δηλιγιαννέων, και ούτω διελύθη η συνέλευσις αύτη και αι προσόδοι δεν επωλήθησαν, ταύτα είναι τα αίτια δι ά αι προσόδοι αύται δεν εδημοπραττήθησαν, εξ αυτών άλλας διήρπασεν ο Κολλιόπουλος εις βάρος του οποίου είναι κατά μαρτυρίαν του επάρχου Ελαιώνος ως από το εσώκλειστον αντίγραφον φαίνεται γρόσια 75000, άλλας οι κάτοικοι αυτών των μερών και άλλας άλλοι, χωρίς ο Στρατηγός Κανέλλος να λάβη μήτε οβολόν εις σπηρί Γεννήματος.
     Κατά το 1824 έτος συνελθόντες οι πρόκριτοι και καπετανέοι του τμήματος Άκωβας και Περαμεριάς, απεφάσισαν να πωλήσουν τας προσόδους, αυτού του τμήματος, διότι ο Θ. Κολοκοτρώνης εσκόπευε να τας πωλήση, ως αναφέρη ο Στρατηγός Κ. Δελιγιάννης, ούτω λοιπόν αι προσόδοι του τμήματος τούτου, επωλήθησαν εις διαφόρους παρά του Στρατηγού Κ. Δελιγιάννη, των προκρίτων, και Καπεταναίων, δια γρόσια 32794, μ' όλον ότι ήτον δίκαιον να πωληθούν περισσότερον αλλ' επειδή οι κάτοικοι δεν ευχαριστούντο, να πληρώσουν τρία εις τα δέκα, έγινε τόση η πώλησις, εκ της πωλήσεως αυτών εσύναξεν ως λέγει και ως εις την Γραμματείαν παρουσιασθέντα κατάστιχα γρόσια 26142:17 τα δε λοιπά μέχρι της συμπληρώσεως της ολικής ποσότητας γρόσια 6651:23 έμειναν επάνω εις τους αγοραστάς δηλ.

Εις τον παπά Στάθη, δια Καλιάνι…………………...……81:13
Εις Μιχαλάκη Διακογιάννη δια Ρένεσι…………….…..…58:20
……………………………………………………………..………
Εις Ανάστον Στασινόπουλον και Αναγνώστην, δια
Βερτεγούμπα…………………………………………...….100:..

Και θελήσαντες δια να τα δώσουν…………….γρόσια 6651:23
     Τα γρόσια δε ταύτα, 26142 τα οποία εσύναξεν εκ των αυτών προσόδων, ως αναφέρει, επειδή προσεκλήθη κατά το έγγραφόν του παρά του εκτελεστικού, να εκστρατεύση δια Τριμπολιτζάν, με όσους περισσοτέρους δυνηθή Στρατιώτας, εκστράτευσε με 250 Στρατιώτας, κατά το λέγειν του, εις το οποίον βάλλει βάσιν η Γραμματεία επιστηριζομένη εις τον χαρακτήρα του, εξώδευσεν αυτά εις αυτούς κατά διαφόρους εποχάς, ως από το εσώκλειστον αντίγραφον του λογαριασμού του φαίνεται γρόσια 33147. Τα γρόσια Δε ταύτα εγκριθέντα παρά της Κυβερνήσεως, μένει ακόμη να λάβη γρόσια 7004:23 αλλ' επειδή εις την καταφρομήν των Δελιγιανναίων, διάφοροι ανέφερον εις το υπουργείον της Οικονομίας ότι εσύναξεν ο Στρατηγός ούτος γρόσια 51237:30 δια τα οποία διετάχθη παρά του υπουργείου, να δώση πληροφορίας, εν τω όντι εσύναξε τόσα όσα αυτοί ανέφερον, εις τούτο δε αποκρίντεται ο Στρατηγός Κανέλλος ότι αν επωλήθησαν περί πλέον αι προσόδοι, υπόσχονται να πληρώσουν δια ένδεκα και ότι το αληθές φαίνεται από τα προς τους αγοραστάς δοθέντα πωλητήρια άτινα ας ζητηθώσιν παρά των αγοραστών, ως εις Φύλα 9, 10, 11, 12, 13 και 14 του Αου καταστίχου από την Κυβέρνησιν δια να πληροφορηθή, περί δε του ενός τρίτου, κατά τας οποίας δίδει πληροφορίας ο Στρατηγός Κανέλλος φαίνεται ότι ο τότε έπαρχος Κ. Γουβέλης, να τα εσύναξεν και ας δώση λόγον.
     Η Γραμματεία λοιπόν είναι γνώμης τα γρόσια 7004 και 29913 γινόμενα όλα γρόσια 36217 να δωθούν εις τον αναφερόμενον Στρατηγόν Κανέλον Δεληγιάννην, και ότι η Σ(εβαστή) Κυβέρνησις εγκρίνει περί του κέρδους, προς αποζημίωσιν των παρ' αυτού αγορασθέντων προσόδων εις τους 1822 και κατακρατηθέντων παρά τε του Κολλιοπούλου και λοιπών, οι δε κατακρατήσαντες τας 6651:23, να διαταχθώσι να τα' αποδώσωσι εις το εθνικόν ταμείον, ο δε Κολλιόπουλος μένει να δώση λόγον δια τας προσόδους οπού κατεκράτησεν ως ανωτέρω είρηται των 1822 και 1823 και 1824 και δια τα πέντε χωρία της Περαμεριάς, ομοίως και οι κάτοικοι δια το έν τρίτον των αυτών χρόνων.
     Ο Στρατηγός Κανέλος αυτών αφ' ού επικυρωθή ο λογαριασμός του να του δωθή και έγγραφον ενήκον εις την εξέτασιν των λογαριασμών αυτών υπόσχωνται Δε οι Κύριοι Δηλιγιανναίοι, ότι, εάν φανή άλλως πως η αιτησίς των αύτη, να είναι χρέος να αποκρίνωνται. Εις ταύτην βάλλουσα βάσιν η Γραμματεία και εις την τιμιότητα των υποκειμένων των, καθυποβάλλει την γνώμην της ταύτην εις την επίκρησιν και απόφασιν της Σ(εβαστής) Κυβερνήσεως, και περιμένει την περί τούτου απόφασίν της.

Εν Αιγίνη τη 11 Δεκεμβρίου 1827

       (Τ.Σ.)                                                                    Ο επί της Οικονομίας Γραμμ.
                                                                                             Της επικρατείας
                                                                                              Π. Ν. Λοιδορίκης

Σημείωμα
Πρωτότυπο. Μονόφυλλο, 150 Χ 102                                                1827

     Συμιόνω οποίοι ίχαν τα χωριά παρμένα εις τους 1827 - Άκωβας και Πέρα Μεριάς, Λαγκάδια, Κερβίκον, Κατζουλιά, Γαλατά, Καλιάνη, Βρετουμπούγα, Αλβάνιτζα, Χοτούζα, Ρένεσι, Ρεκούνη, Συριάμου Μπουλιάρη.
Αυτά τα ένωθεν τα ίχαν παρμένα η Πετρακέη, ο Τζακαλόγιανις, ο Τουρκογιώργις και λοιπή.
     Βυζίτζη, Βάνενα, και Μελιδώνη, τα ίχε παρμένα ο Διμιτράκης Σιαρλής.
     Βερβίτζα, Σκούντου, Λεσμούς, Σπάθαρη, και Δίβλενα τα ίχεν, ο Λυμπερακόπουλος ο Παναγιότης, ο Κανέλος ο Κρασής, ο Σοφιανός Αθανασόπουλος.
     Της Πέρα Μεριάς τα χωριά από Νεμούταν εως Ποδογυριά όλα αυτά τα ίχαν παρμε΄να ο Νικολάκης Καψής και Θανάσης Πράμος, παπά Γεωργάκις, Βασίλης Ζιούτας Αργύρης Αποσκύτις, Θεοδοράκις Σουλιμιότις, Πανταζής Παρασκευάς παπά Πέτρου και η Καραλήδες»
(Αρχείον Κανέλλου Δεληγιάννη. Τα έγγραφα 1779-1827. Σελ 254-258).

     Και ενώ αυτά συνέβαιναν περί το 1827 μια ιδιάζουσα αναφορά για τα περασμένα χρόνια ήτοι κατά το 1825 είναι και η ακόλουθη.

     «Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Προς το Σεβ. Εκτελεστικόν Σώμα
Το Υπουργείον της Οικονομίας
Αρ. 995

     Οι κάτοικοι των τριών τμημάτων της Επαρχίας Καρυταίνης, του τμήματος δηλ. Λαγκαδίων, Άκοβας και Πέρα Μεριάς προσαναφερόμενοι ζητούν να τους γένουν καλά γρόσια είκοσι εννέα χιλιάδες διακόσια τριάντα αρ. 29.230, οπού φέρει ο παρ’ αυτών παρρησιαζόμενος κατάλογος των χωρίων όσων τα εθνικά εισοδήματα τα έλαβον δι’ αποδείξεών των οι Δεληγιανναίοι και να διαταχθή ή για τα εκεί Επιτροπή της Συλλογής των Προσόδων να μην τους ενοχλήση δι’ αυτά, ως εκ των εσωκλείστων αντιγράφων καταφανές γίνεται.
     Το Υπουργείον το αίτημα του ανανεχθέντος, θέτη υπ’ όψιν της Διοικήσεως δια να επιταχθή το ποιητέον.
Τη 23 Φεβρουαρίου 1825                                       ο Υπουργός της Οικονομίας
Εν Ναύπλιω                  
                                                                                 Νικόλαος Πονηρόπουλος»

     Σύμφωνα όμως με τον «….κατάλογο που είναι προσηρτημένος εις το υπ’ αριθ. 995 έγγραφον της 23ης Φεβρ. 1825 του υπουργείου Οικονομίας (Φ. 62 Εκτελεστικού Γ. Α. Κ.), τας εθνικάς προσόδους του 1824 εις το τμήμα Λαγκαδίων – Άκοβας και Πέρα Μεριάς εισέπραξαν οι εκ Λαγκαδίων Δεληγιανναίοι, οίτινες και εστρατολόγουν εις το τμήμα αυτό και οι οποίοι επώλησαν ταύτας κατά χωρία. Οι δημοπράτες Καρυταίνης Καραγιαννόπουλος και Παγόγιαννης εζήτησαν εκ νέου τας προσόδους αυτάς και δι’ αυτό οι κάτοικοι την 3ην Φεβρουαρίου 1825 παρεπονέθησαν εις το υποργ. Οικονομίας και υπέβαλαν τας σχετικάς αποδείξεις πληρωμής, εν αντιγράφω, τας οποίας είχον λάβει από τους Δεληγιανναίους. Την αναφοράν από το Βυζίκι υπέγραψαν: Γιαννάκης Στασινόπουλος, Κωνσταντής Σπυρόπουλος, Νίκος Μιχαλόπουλος, και Δημητράκης Σιριόπουλος. Εξ’ άλλων χωρίων Σπήλιος Γρήβας, Παναγιώτης Ντέντες, Γιώργης Γιαννικόπουλος, Στασινός Παπαδόπουλος, Δήμος Κουβαράς, Κωνσταντής Κανελλόπουλος, Νικολός Μπέτζανις, Γαλάνης Παπαλιόπουλος, Πέρος Σημοτάς.
     Το υπουργείον την 23ην Φεβρουαρίου 1825 διεβίβασε την αναφοράν εις το εκτελεστικόν σώμα ίνα διατάξη το «ποιητέον». Το εκτελεστικόν διέταξε, ίνα μη πληρωθή η φορολογία αύτη δια β’ φοράν από τα χωρία των παραπονουμένων…..».

     Από τον επισυναπτόμενο κατάλογο που συνοδεύει το εν λόγω έγγραφο αντιγράφουμε μερικά από τα χωριά της περιοχής μας. Αυτά είναι:

     «….
Ρένεσι Εθνικόν……………………………………………...3000
Καλλιάνι Εθνικόν ……………………………………..……2000
Βρετεμπούγα τρία ρούπια εθνικόν και εν ιδιόκτητον………..600
Αλβάνιτζα εθνικόν…………………………………………...380
     ….»
(Ν. Ι. Φλούδας. Βυζικιώτικα. Τόμος τέταρτος. Σελ. 101).

     Έτσι λοιπόν όπως πληροφορούμαστε, «….την είσπραξη αυτών των φόρων, έκαναν οι Δεληγιανναίοι, όπως αναφέρεται στο έγγραφο. Στη συνέχεια ο Κανέλλος Δεληγιάννης πούλησε την είσπραξη των φόρων σε άλλον ενοικιαστή, όπως αναγράφεται στο προοίμιο του καταλόγου. Φαίνεται, ότι ο αγοραστής απαιτούσε και καταβολή των φόρων αυτών και στον ίδιο. Με αφορμή αυτό υποβλήθηκε το παραπάνω έγγραφο με τον συνοδευτικό κατάλογο.
     Με το 4.315 έγγραφο δίδεται, βέβαια, η απάντηση «ότι η Διοίκησις δεν κρίνει δίκαιον να πληρώσουν δύο φοράς και το Υπουργείον αναφερθή αναλόγως….». (Γ. Ι. Μιχαλακόπουλος. Το Σταυροδρόμι Αρκαδίας. Σελ. 208 – 209).
     Τα σχετικά προαναφερόμενα έγγραφα του Υπουργείου της Οικονομίας με αύξοντα αριθμό 995 της 23-2-1825 καθώς και την απαντητική αναφορά του Υπουργείου Οικονομίας με αριθμό 4.315, έχουν εκδοθεί και από τον Γεώργιο Ι. Μιχαλακόπουλο στο έργο του, «Το Σταυροδρόμι Αρκαδίας και ο οικισμός Μαυράδας», στις σελίδες 206, 207 και 209 αντίστοιχα. Ακριβή αντίγραφα των παραπάνω εγγράφων παραθέτουμε στο τέλος του παρόντος στα σχετικά ανάλογα Παραρτήματα, σελίδα πρώτησελίδα δεύτερη και σελίδα τρίτη.
     Σχετικά με τις αναφερόμενες προσόδους της επαναστατικής κυρίως περιόδου χαρακτηριστικό και ένα απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Κανέλλου Δεληγιάννη, το οποίο έχει ως εξής:
     «….Είναι δε αδιαφιλονεικήτως ομολογούμενον παρά πάντων, ότι οι Δεληγιανναίοι, καίτοι δυνάμενοι και αυτοί υπέρ πάντα άλλον να αρπάσουν εάν ήθελον από τας επαρχίας προσόδους, δεν εκαταδέχθησαν [όμως] να λάβουν μέρος ποτέ εις αυτό το αισχρόν συμφέρον, μήτε οι Παπατσώναι, αλλά μάλλον ενίσχυσαν πραγματικώς την Κυβέρνησιν και εσύναξαν εν μέρος εξ αυτών, όσον εκ της ακορεσίας των λοιπών εναπελείφθη και απήντησεν ανάγκας τινάς. Όλη δε η Ελλάς γνωρίζει, ότι η Δεληγιαννική οικογένεια μήτε προσόδους ήρπασέ ποτε, καίτοι κατέχουσα το εισοδηματικότερον μέρος της επαρχίας Καρυταίνης τεσσάρων δήμων (Λαγκαδίων, Βαλτεσινίκου, Άκοβας και Πέρα Μεριάς) αποκλειστικώς υπό την κυριότητά της, και ένα ήθελε να καταχρασθή αυτά τα εισοδήματα, ήθελε συνάζει κατ΄ έτος υπέρ τας διακοσίας χιλιάδας γρόσια, αλλά μήτε προσόδους κατεδέχθη να αρπάση, μήτε χρήματα, μήτε γρόσια, αλλά μήτε προσόδους κατεδέχθη να αρπάση, μήτε χρήματα, μήτε κτήματα εθνικά, μήτε προικοδοτήσεις εκ γαιών και φθαρτών κτημάτων, μήτ’ ενοικιάσεις, καθώς έπραξαν άλλοι και νέμονται τόσα λαμπρά κτήματα εισοδηματοφόρα, χωρίς να πληρώσουν εις το Δημόσιον ουδέ λεπτόν τόσα έτη, και καθώς τούτο αποδεικνύεται από τα αρχεία της Οικονομίας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ότι οι Δεληγιανναίοι δεν έχουν ουδεμίαν ληψοδοσίαν με το Δημόσιον, καθότι δεν κατεδέχθηκαν ποτέ να βάλουν βέβηλον χείρα εις το δημόσιον πλούτον, αλλ΄εφύλαξαν εκηλίδωτον τον χαρακτήρα τους…..». (Κ. Δεληγιάννη. Απομνημονεύματα. Τόμος Β. Σελ. 134).
     Και ενώ αυτά έλεγε ο Δεληγιάννης ας δούμε μερικές καταγραφές για το πώς «πέρναγε» ο λαός την εποχή που αναφερόμαστε. Έτσι λοιπόν παραθέτουμε την ακόλουθη καταγραφή που θεωρούμε αντιπροσωπευτική της νέας κατάστασης στην περιοχή του χωριού μας και γενικότερα στην Ελληνική ύπαιθρο.  Η καταγραφή αυτή είναι η ακόλουθη:
     «….Και ο λαός; Ο λαός θα συνεχίσει να αποδίδει στα νέα αφεντικά τους καρπούς από τη γη. Κολίγας στα χωράφια που αγωνίστηκε να λευτερώσει….
     ….Οι γενικότερες συνθήκες οδηγούν σε υποτίμηση της γης στα μέσα του 19 αιώνα. Παράλληλα η γιγάντωση της κρατικής μηχανής θα διώξει «τους αφεντάδες» από την επαρχία. Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας 1860 –1870 αρχίζουν να πουλούν τη γη στους χωρικούς, και αυτό θα συνεχιστεί ως το 1920….
     ….Λίγο αργότερα, θα αρχίσει και το κράτος να διαθέτει εθνική γη. Αξίζει να μείνουμε για λίγο στην απόφαση της Κυβέρνησης Κουμουνδούρου να πουλήσει στους χωρικούς ότι είχε απομείνει, ενώ οι τοποτηρητές του συστήματος, ο ένας μετά τον άλλον, εγκαταλείπουν την γη…..». (Σ. Ν. Τσοτσόρος. Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία 1715 – 1828. σελ. 271 – 272).
     Σχετικά με την διανομή της Εθνικής γης, αναφερθήκαμε και καταγράψαμε τον τρόπο και το πότε και πως διανεμήθηκαν τα Εθνικά κτήματα της αγροτικής περιοχής του χωριού μας στους κατοίκους του, βάση των νόμων ΤΠΣΤ/23-3-1871 και ΥΛΑ’/25-3-1871. Την διανομή αυτή καθώς και τα ανάλογα έγγραφα παραθέσαμε επίσης στο κεφάλαιο «ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΚΑΛΛΙΑΝΙΩΤΙΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ». Μια ακόμα καταγραφή σχετικά με την διανομή αυτή, μπορείτε να δείτε στο τέλος του παρόντος στα σχετικά ανάλογα Παραρτήματα, σελίδα πρώτη και σελίδα δεύτερη.
     Τα πράγματα όμως, όπως στο μεγαλύτερο μέρος της Ελληνικής υπαίθρου, και ειδικότερα στα φτωχά μέρη όπως το δικό μας δεν ήταν αισιόδοξα.
     «….Ο λαός, ο μεγάλος ηττημένος της Επανάστασης, συνεχίζει τον αγώνα για την επιβίωση. Ο γεωργός των τσιφλικιών, κολίγας και πάλι, θα τερματίσει τον 19ο αιώνα με δυσβάστακτα χρέη…..
     ….ο χωρικός θα μοιράσει την οικογένειά του σε χίλια κομμάτια για να ζήσει. Ο ένας στο χωράφι του χωριού, ο άλλος στο δάσος για τα ξύλα, ο τρίτος στην κωμόπολη για να πουλήσει τα προϊόντα και να γυρίσει καταχρεωμένος, και όλοι μαζί στο θέρο κι αργότερα στις σταφίδες, εποχικοί εργάτες. Τέλος, ο τεχνίτης θα βγει στη μαστοριά, αφήνοντας πίσω του το ελληνικό σπίτι, γεφύρια και εκκλησιές. Μήνες στα παράλια και στις πόλεις, θα επιστρέψει στο χωριό του για να αντιμετωπίσει τον τοκογλύφο και τις πιο πολλές φορές τον πλειστηριασμό.
     Στο τέλος του 190υ αιώνα, οι περιοδικές μετακινήσεις θα δώσουν τη θέση τους σε μόνιμες εγκαταστάσεις στα παράλια της Πελοποννήσου. Αργότερα, στις αρχές του 20ου αιώνα, μεγάλος αριθμός γορτυνίων εργατών θα έχει την «τύχη» να απλώσει το μεγαλύτερο μέρος από τις σιδηροτροχιές της Αμερικής….». (Σ. Ν. Τσοτσόρος. Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία 1715 – 1828. σελ. 274 – 275). 
     Την εποχή εκείνη αναγκάστηκαν κάτω από την πίεση όλων αυτών των οικονομικών παραγόντων πολλοί συμπατριώτες μας Καλλιαναίοι να πάρουν τα μεγάλα υπερωκεάνια, άλλοι από το Αίγιο, άλλοι από την Πάτρα και άλλοι από τον Πειραιά και να τραβήξουν για την Αμερική. Στο τέλος του παρόντος παραθέτουμε ένα αντίγραφο από τα Μητρώα της Αμερικανικής Υπηρεσίας Αλλοδαπών σχετικά με την μετανάστευση κάποιων παλαιοτέρων συμπατριωτών μας στο μέρος αυτό.
     Η διαρροή αυτή του πληθυσμού και οι επικρατούσες συνθήκες του «τεφτεριού» και των αγορών με «γράψιμο» διατηρήθηκαν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Την δεκαετία κατά την οποία ενώ ο πληθυσμός παρουσίασε το 1971 την μεγαλύτερη αύξηση, στην συνέχεια άρχισε η μη ανάστροφη αφαίμαξη η οποία συνεχίζεται επί των ημερών μας.
     Και ενώ αυτά συνέβαιναν τα χρόνια της επαναστατικής περιόδου και λίγο αργότερα, όσον αφορά τις προσόδους ή άλλως την καταβολή των φόρων στην περιοχή μας και ειδικότερα στο χωριό μας, καιρός να δούμε στο σημείο αυτό τα διάφορα μεγέθη της γεωργικής παραγωγής του χωριού μας καθώς και τα είδη των παραγομένων προϊόντων της περιοχής μας.

     Β. ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ – ΠΡΟΪΟΝΤΑ


     Όπως πληροφορηθήκαμε μέσα από τις σελίδες του «κατάστιχου» και στις σχετικές ανάλογες καταγραφές, τα καλλιεργούμενα είδη της περιοχής μας περί το 1824 ήταν σιτάρι, κριθάρι, σμιγάδι (σιτάρι και κριθάρι μαζί), μαρτιάκος, καλαμπόκι, αραποσίτι, κεχρί, βαμβάκι, μελίσσια και λίγα καρποφόρα δέντρα (κυρίως υποθέτουμε ελιές). Ακριβές αντίγραφο της σελίδας του κατάστιχου, στο οποίο φαίνεται το σύνολον της γεωργικής παραγωγής του χωριού μας μπορείτε να δείτε στο τέλος του παρόντος στο ανάλογο σχετικό Παράρτημα.
     Ειδικότερα για το χωριό μας τα στοιχεία του οποίου έχουν καταχωρηθεί σε μερικές καλλιέργειες και είναι εξαιρετικά εμφανή έχουμε:

Σίτος
Σμιγάδι
Κριθάρι
Μαρτιάκος
Καλαμπόκι
Αραποσίτι
2720
135
2000,7
28,2
1465
511
Έκαστον 
κοιλόν δια
 λεπτά
80
Έκαστον 
κοιλόν δια
 λεπτά
60
Έκαστον 
κοιλόν δια
 λεπτά
40
Έκαστον 
κοιλόν δια
λεπτά
50
Έκαστον 
κοιλόν δια
 Λεπτά
50
Έκαστον 
κοιλόν δια
λεπτά
60
5447               203:10            2001                35:25             1831:10          767:10
Οι αριθμοί εδώ φανερώνουν την αξία των προϊόντων (γρόσια : Παράδες)
 
     Να σημειώσουμε εδώ πως 1 Κοιλό αντιστοιχούσε με 22 οκάδες ή αλλιώς με 28,16 Κιλά. Έτσι λοιπόν αν πολλαπλασιάσουμε «έκαστον κοιλόν επί 28,16 κιλά» θα έχουμε:


Παραγόμενα προϊόντα σε Κοιλά
Σίτος
Σμιγάδι
Κριθάρι
Μαρτιάκος
Καλαμπόκι
Αραποσίτι
2720
135
2000,7
28,2
1465
511

Σύνολον παραγωγής σε Κιλά

76.595
3.800
56.339
794
41.254
14.389

Γενικό σύνολο παραγωγής 193 τόνους

     Σύμφωνα λοιπόν με τις ανωτέρω καταγραφές μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η περιοχή του Καλλιανίου ήταν ένας απέραντος σιτοβολώνας. Θα ήταν σπάνιο φαινόμενο να υπήρχε έστω και ένα χωράφι χωρίς κάποια καλλιέργεια. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Σήμερα είναι σπάνιο φαινόμενο να υπάρχει έστω και ένα χωράφι με κάποια καλλιέργεια.
     Η καλλιέργεια της περιοχής του χωριού σταμάτησε περίπου την δεκαετία του 1970. Όταν οι άνθρωποι στην προσπάθειά τους για αναζήτηση καλύτερης τύχης και συνθηκών διαβίωσης κατέκλυσαν τα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως Τρίπολη και Αθήνα. Κάποια περαιτέρω στοιχεία της δεκαετίας αυτής θα μας δοθεί η ευκαιρία να καταγράψουμε στην συνέχεια του παρόντος.
     Προς το παρών όμως κάποια ακόμα ενδεικτικά στοιχεία που αφορούν την γεωργική παραγωγή του χωριού μας, στο πέρασμα του χρόνου παραθέτουμε παρακάτω.

     «ΠΡΟΣΟΔΟΙ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ 1832

     ΠΡΟΣΟΔΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΚΑΡΥΤΑΙΝΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟ 1832 ΣΕ ΚΟΙΛΑ ΩΣ ΕΓΓΙΣΤΑ (3)
 


Όνομα Χωριού

Σίτος σε
 Κοιλά

Κριθή
σε Κοιλά

Σμιγάδι σε Κοιλά
Αραβόσιτος   
        ή
 Καλαμπόκι
 σε Κοιλά
Καλλιάνι
400
150
150
250
Ρένεσι
300
150
150
300
Βρετουμπούγα και
Μαυρόκαμπος
100
60
70
130
Αλβάνιτσα
40
40
-
50
Βυζίτσι
50
50
30
-
Βερβίτσα, Σκούντου
100
50
40
10
 
 (Ι. Θ. Γαλάνη. Ο τέως Δήμος Θελπούσης Γορτυνίας. Σελ. 41 – 42. Στην σχετική παραπομπή (3), ο συγγραφέας επικαλείται: τα Γ. Α. Κ. Οικονομίας Φ. 298).

     Δεν θα μπορούσαμε να μην παρατηρήσουμε στο σημείο αυτό την υπερβολικά χαμηλή παραγωγή των αγροτικών προϊόντων του χωριού μας κατά το αναγραφόμενο έτος 1832. Βέβαια εδώ θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε την μεγάλη αυτή μείωση της γεωργικής παραγωγής η οποία προήλθε από την αντίστοιχη μείωση του ενεργού πληθυσμού και εργατικών χεριών μετά τους συνεχείς απελευθερωτικούς πολέμους και το πέρασμα των ορδών του «κερατομπραήμη» από την περιοχή του χωριού μας. Όπως έλειψαν πολλά από τα επώνυμα του χωριού μας έλειψαν και τα αντίστοιχα νούμερα της γεωργικής παραγωγής από τα διάφορα καλλιεργούμενα προϊόντα. 
     Μερικά ακόμα έγγραφα που δείχνουν ενδεικτικά την κατάσταση της περιοχής του χωριού μας, όσον αφορά κάποιες ακόμα καλλιέργειες και τα ακόλουθα:

     1. «ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΑΜΠΕΛΙΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΤΩΝ ΤΕΩΣ ΔΗΜΩΝ ΘΕΛΠΟΥΣΗΣ, ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ, ΤΡΟΠΑΙΩΝ ΚΑΙ ΗΡΑΙΑΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1829 (Γ. Α. Κ. Συλλογή Γ. Βλαχογιάννη, Ρήγα Παλαμήδη, Φ Γ2 έτος 1829).

Α/Α
Χωριό
Ιδιόκτητα
στρέμματα
Εθνικά
στρέμματα
35
Βερβίτσα
117
-
36
Βυζίκι
96
-
37
Καλλιάνι
-
1
38
Βρετουμπούγα
-
6
39
Αλβάνιτζα
-
1
 
(Ι. Θ. Γαλάνης. Ο τέως Δήμος Θελπούσης Γορτυνίας. Σελ. 258).

     2. «ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΕΛΑΙΟΔΕΝΔΡΩΝ ΤΩΝ ΤΕΩΣ ΔΗΜΩΝ ΘΕΛΠΟΥΣΗΣ, ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΑΙΩΝ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1836 (Γ. Α. Κ. Εθνικά Κτήματα. Αταξινόμητα)

     Στις 14 Οκτωβρίου 1836 ο Οικονομικός Επίτροπος Γόρτυνος υποβάλλει από την Δημητσάνα προς την Γραμματεία των Οικονομικών κατάλογο των υπαρχόντων ελαιοδέντρων στην επαρχία Γόρτυνος. Απόσπασμα του καταλόγου παραθέτουμε παρακάτω.

Χωριό
Ποσόν
Ελαιοδέντρων
Εθνικά ή Αντιποιούμενα
Διακάτοχος

Ρένεσι

6
Αντιποιούμενα
Κάτοικοι
42
Εθνικά
Εθνικά
Αλβάνιτσα
90
Εθνικά
Εθνικά
Βρετουμπούγα
42
Εθνικά
Εθνικά
 
      (Ι. Θ. Γαλάνης. Ο τέως Δήμος Θελπούσης Γορτυνίας. Σελ. 259).

     Τα χρόνια περνούσαν. Η οικονομία του χωριού μας, στηριζόταν κυρίως στην αγροτική παραγωγή. Μια ακόμα αναφορά που δείχνει κάποια στοιχεία στα νεότερα κυρίως χρόνια και η ακόλουθη αναφορά.

     «ΤΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΘΕΝΤΑ ΕΙΔΗ ΕΙΣ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1911

     Κατά την γεωργικήν απογραφήν του έτους 1911 εις τον Δήμον Τροπαίων είχον καλλιεργηθή εν συνόλω 18.010 στρέμματα με διάφορα σιτηρά και όσπρια, εκ των οποίων τα 10.196 είχον καλλιεργηθή με σίτον, τα 1.630 με κριθήν και το 6.018 με αραβόσιτον. Κατά συνέπειαν την πρώτην θέσιν κατελάμβανεν η καλλιέργεια του σίτου και την δευτέραν η τοιαύτη του αραβ΄ποσιτου. Ως προς τα χωρία, την πρώτην θέσιν κατελάμβανε του Καλλιάνι με 4.117 στρέμματα, την δευτέραν τα Τρόπαια με 3.596 και την τρίτην το Βυζίκι με 3.376 στρέμματα εν συνόλω. Ως προς την καλλιέργειαν του σίτου την πρώτην θέσιν κατελάμβανε το Βυζίκι με 2.166 στρέμματα και την δευτέραν του Καλλιάνι με 2.077, όπερ Καλλιάνι κατείχε και την πρώτην θέσιν ως προς την καλλιέργειαν του αραβόσιτου με 1855 στρέμματα.
     Κατωτέρω δημοσιεύομεν πίνακα καλλιεργηθεισών εκτάσεων εις στρέμματα κατά χωρία:

Τρόπαια
3596
Σταυροδρόμι
819
Θέλπουσα
46
Βυζίκι
3376
Δόξα
1147
Γαλατάς
166

Καλλιάνι

4117
Κατσουλιά
884
Φαναράκι
346
Μπουλιάρι
189
Καστράκι
643
Σπάθαρι
2635
Συριάμου
46
ΣΥΝΟΛΟΝ
18.010
 
Κατά είδη εκαλλιεργήθησαν ως εξής κατά στρέμματα:

Σίτος
10196
Κριθή
1630
Αραβόσιτος
6018
Βρώμη
36
Βίκος
3
Φασόλια
18
Κουκιά
23
Ρεβίθια
4
Φακή
23
Ρόβη
59
ΣΥΝΟΛΟΝ
18.010
 
     Άλλα καλλιεργούμενα είδη, επίσης εις στρέμματα, κατά την απογραφήν του 1911:
Γεώμηλα 93, τομάτα 5, κρόμμυα 20, σκόρδα 6, πεπονοειδή 3, σανός κριθής 10, άμπελοι 1100, ελαιώνες 21, Συκεώνες 5.
     Αγραναπαύσεις 1009, κήποι οπωροφόρων δένδρων 36, κήποι ανθέων 13, καλλιεργημέναι εκτάσεις 3392, μη καλλιεργήσιμοι 277, φυτείαι 31, δάση ιδιωτικά 133, καλλιεργούμεναι εκτάσεις, αλλά μη καλλιεργούμενες 953 (εκτός βοσκών), άγονοι εκτάσεις 825, ελώδεις εκτάσεις 27». (Ν. Ι. Φλούδα. Νέα του Βυζικίου. Νοέμβριος 1964. Φ 53).


     Γ. ΕΙΔΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΛΛΙΑΝΙΟΥ

     Πέρα από το βαμβάκι που καλλιεργήθηκε στο χωριό μας τα παλαιότερα χρόνια, μας έκανε εντύπωση ένα άλλο είδος καλλιέργειας που φέρνει το όνομα Μαρτιάκος. Ακόμα μας έκανε εντύπωση στο ήδη παρουσιασθέν «κατάστιχο Καλλιανίου, Ρενεσίου και Κόκλα», ο διαχωρισμός μεταξύ της καλλιέργειας του Καλαμποκιού και του Αραποσιτιού. Τα νεώτερα χρόνια συνηθίζαμε να αποδίδουμε τις καλλιέργειες αυτές με το ίδιο όνομα. Παλαιότερα όμως η καλλιέργεια του Καλαμποκιού ήταν διαφορετική από αυτήν του Αραποσιτιού.  
     Σχετικά όμως για τις παλαιότερες καλλιέργειες των κατοίκων της περιοχής μας και ειδικότερα του χωριού μας, βρήκαμε:
     «Μαρτιάκος. Είναι ένα κριθάρι που το λένε: μαρτιάκο. Το σπέρνουν την Άνοιξη, (σ. σ. τον Μάρτη εξ’ ού και το όνομα Μαρτιάκος), στο πρόσωπο. Λέμε: στο πρόσωπο γιατί όλα τα όψιμα τα σπέρνουμε σε οργώματα.
     Όπως είναι το χωράφι, απο την περασμένη καλλιέργεια, πάει ο ζευγολάτης και σπέρνει πάνω στα χόρτα το Μαρτιάκο και οργώνει.
     Ο μαρτιάκος κάνει αστάχυ με δύο σειρές σπυριά ή και τέσσερες, δεν ψηλώνει, και το ψωμί που γίνεται από μαρτιάκο έχει μιά αλλιώτικη μυρουδιά. Άμα ζυμωθεί μονάτο το αλεύρι του μαρτιάκου τικλιάζει όπως το κριθαρόψωμο.
     Τικλιάζει: θα ειπεί δε φουσκώνει, δεν το πιάνει το προζύμι, δε ζυμώνεται. Μ' άλλο αλεύρι άμα ανακατωθεί κάνει καλό ψωμί ο μαρτιάκος. Οι Λυκουρεσαίοι σπέρνανε πολύ μαρτιάκο.
     Ο μαρτιάκος θερίζεται, δένεται, κουβαλιέται και αλωνίζεται όπως το σιτάρι και το κριθάρι. Άμα δεν τον φάνε άνθρωποι, είναι πολύ καλή ταή για τα ζα τα χοντρά και για τα γιδοπρόβατα. Δεν τον κόβουνε σανό το μαρτιάκο, γιατί δεν πετάει μπόϊ. Το κριθάρι μόλις γαλατώσει είναι ένα - κιένα για σανό. Τον αλωνίζουνε το μαρτιάκο και σαν χωρίσει ο καρπός απο τη σάλμη τα βγάνουνε τα ζα. Αποθηκεύουνε για σανό τη σάλμη και για ταη ή φαί το μαρτιάκο….». (Θ. Τρουπής. Του Σέρβου. Επιστροφή στις Ρίζες μας. Τεύχος Ε. Σελ. 750).
     Μια ακόμα καλλιέργεια των κατοίκων του χωριού μας ήταν και το Κεχρί. Για το κεχρί βρήκαμε:
     «Κεχρί. Ποώδες ετήσιο φυτό (Panicum miliaceum) της οικογένειας των αγρωστωδών, με κορμό λεπτό και άνθη (ταξιανθία) συμπαγή, χαλαρά ή σε επάλληλους στάχεις στους διάφορους τύπους κεχριού. Ο καρπός του κοινού κεχριού χρησιμοποιείται στη διατροφή του ανθρώπου στην Αφρική και την Ασία και στη διατροφή ζώων και πτηνών σε άλλες χώρες. Το Ιταλικό κεχρί δίνει σανό καλής ποιότητας που χρησιμοποιείται στη διατροφή βοοειδών και ιπποειδών. Άλλοι τύποι κεχριού διατίθενται ως πρόσκαιρη θερινή βοσκή ή ακόμα και για παρασκευή μπύρας (στην Αφρική). (Εγκυκλοπαίδεια Τομή. Σχετικό λήμμα).
     Όπως προαναφέραμε παλαιότερα υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ της καλλιέργειας του καλαμποκιού και του αραποσιτιού. Έτσι λοιπόν όπως πληροφορηθήκαμε από τους παλαιότερους Καλλιαναίους, μερικούς από τους οποίους πρόλαβαν τις καλλιέργειες αυτές, μας έδωσαν τις πληροφορίες που καταγράφουμε παρακάτω.
     Το αραποσίτι λοιπόν ήταν η σημερινή καλλιέργεια που κοινώς ονομάζουμε καλαμπόκι. Αλλιώς τα γνωστά μας πλέον σήμερα υβρίδια «Άρης» και «Αθηνά», που μπορεί μεν, μετά τις τροποποιήσεις που έχουν δεχθεί, να φθάνει η «μπούκλα» τους τα 30 εκατοστά και να έχει αυξηθεί η απόδοση τους ανά στρέμμα καλλιέργειας, αλλά έχουν χάσει τόσον το άρωμά τους όσον και τη γεύση τους. Αντίθετα καλαμπόκι έλεγαν τότε μια συναφή καλλιέργεια που ναι μεν έμοιαζε με αυτή του σημερινού καλαμποκιού αλλά ο καρπός του έβγαινε σε «τουλούπα» (=θύσανο) και έμοιαζε σαν την σημερινή «σκούπα». Ο καρπός του ήταν «ψιλοσπύρικος», με χρώμα υποκίτρινο ή μερικές φορές και μαύρο. Χρησίμευε κυρίως για τροφή ζώων αλλά και σαν πρόσμιξη με το αραποσίτι για την παρασκευή της μπομπότας (=είδος ψωμιού με κύριο χαρακτηριστικό το αλεύρι από αραποσίτι).

      Δ. ΑΡΓΟΤΙΚΑ ΚΑΛΛΙΑΝΙΟΥ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1960

     Από κάποιες εγγραφές που είχαν γίνει στο παρελθόν, από τοπικές κυρίως εκδόσεις για το Καλλιάνι, βρήκαμε:
     «…Η παραγωγή εις δημητριακά ήτο μετρία και δεν έφθασε τα 70 χιλ. κιλά. Τα ξερικά, επειδή αποτυγχάνουν δε σπέρνονται καθόλου….
     Εις το χωρίο διατρέφονται περί τα 100 κτήνη 700 αιγοπρόβατα και 30 μοσχάρια….». (Ν. Ι. Φλούδας. Τα Νέα του Βυζικίου. Σεπτέμβριος 1961. Έτος 2. Φύλλον 15. Σελ. 59).
     Και ενώ αυτά συνέβαιναν την δεκαετία του 1960, που όπως βλέπουμε ήταν σπάνιο φαινόμενο να υπήρχε χωράφι στην αγροτική περιοχή του χωριού μας που να ήταν ακαλλιέργητο, σήμερα σπάνια θα δούμε χωράφι που να είναι καλλιεργημένο.
     Η αστυφιλία που εκδηλώθηκε από τις αρχές τις δεκαετίας του 1970 και η συνεχιζόμενη διαρροή του πληθυσμού, η οποία συνεχίστηκε και την επόμενη δεκαετία του 1980 επέφερε την συρρίκνωση, τόσον του ενεργού πληθυσμού του χωριού μας όσον και την γεωργική παραγωγή του σε διάφορα είδη.
     Σήμερα οι λιγοστοί αγρότες του χωριού μας, ο οποίοι αριθμούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού, παράγουν με μηχανοκίνητα πλέον μέσα, λιγοστά προϊόντα. Η παραγωγή εστιάζεται κυρίως στο σιτάρι και καλαμπόκι, όπου η περυσινή παραγωγή, απ’ ότι πληροφορηθήκαμε δεν ξεπέρασε τους 30 τόνους. 
     Λιγοστά είναι ακόμα και τα γιδοπρόβατα του χωριού μας. Κάποιες μικρές στάνες, από πρόβατα κυρίως, που εξακολουθούν να υπάρχουν δεν υπερβαίνουν τα 100 ζώα. Οι στάνες από γίδια έχουν εκλείψει ήδη από την δεκαετία του 1980 περίπου. Το ίδιο έχει συμβεί και με τα «χοντρά» ζώα, όπως αγελάδες, μοσχάρια, άλογα και γαϊδούρια. Ένα μουλάρι και δύο γαϊδούρια που παραμένουν στο χωριό μας σήμερα, περιμένουν και αυτά καρτερικά το τέλος τους όπως και οι υπερήλικες κάτοικοι του.

     4. ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
     Αυτά ήταν κυρίως τα καλλιεργούμενα είδη του χωριού μας. Δένδρα όπως πληροφορούμαστε από το εν λόγω κατάστιχο ήταν λιγοστά. Τούτο θα μπορούσε να εξηγηθεί ευκόλως γιατί η περιοχή μας ήταν κυρίως κτηνοτροφική. Τα πολλά δένδρα και κυρίως η καλλιέργεια της ελιάς έκαναν την εμφάνισή τους τα τέλη της δεκαετίας του 1950, μετά την προτροπή των αγροτικών γεωπόνων της περιοχής. Τότε φυτεύτηκε ένας σημαντικός αριθμός δένδρων τα οποία παραμένουν και δίνουν ένα αρκετά σημαντικό οικονομικό βοήθημα στην αγροτική οικονομία των λιγοστών κατοίκων του χωριού.
     Ακόμα λίγες καρυδιές, αχλαδιές, μυγδαλιές και συκιές που υπάρχουν στην περιοχή μας εξασφαλίζουν κυρίως τα αναγκαία είδη της κάθε οικογένειας.
     Όπως τότε, που απογράφονται κάποια μελίσσια, έτσι και σήμερα στην περιοχή μας υπάρχουν δύο αξιόλογες μονάδες. Μικρές μεν αλλά αρκετές για την εξασφάλιση του προϊόντος στους κατοίκους του χωριού.
     Στο χωριό μας λειτούργησαν επίσης κάποιες οικογενειακές κυρίως βιοτεχνίες. Την δεκαετία του 1960 πέρα από τους υδρόμυλους της περιοχής κατασκευάστηκε ένας κυλινδρόμυλος. Στην δεκαετία του 1970 και επειδή αφ’ ενός η μείωση της γεωργικής παραγωγής και αφ’ ετέρου η συρρίκνωση του πληθυσμού είχαν σαν αποτέλεσμα την εγκατάλειψη της λειτουργίας του.
     Την δεκαετία του 1970 και 1980 λειτούργησαν επίσης δύο βιοτεχνίες κατασκευής μάλλινων κουβερτών.  Σήμερα και οι βιοτεχνίες αυτές κλείσει.
     Την δεκαετία του 1980 κατασκευάστηκαν επίσης δύο ελαιοτριβεία. Το ένα σήμερα έχει κλείσει. Το άλλο παραμένει και εξυπηρετεί τις ανάγκες όχι μόνον των κατοίκων του χωριού αλλά και των κατοίκων από τα πλησιόχωρα μέρη της περιοχής μας. Το ελαιοτριβείο αυτό, όπως είναι σήμερα, μπορείτε να δείτε στο σχετικό Παράρτημα στο τέλος του παρόντος.
     Σήμερα παραμένει ακόμα το ένα από τα δύο υπάρχοντα σιδηρουργεία της δεκαετίας του 1970 καθώς και ένα ξυλουργικό εργαστήρι.
     Ακόμα, από τα οκτώ υπάρχοντα καφενεία του χωριού την δεκαετία του 1970, παραμένουν σήμερα εν λειτουργία τα τρία και αυτά με τάση κλεισίματος λόγω έλλειψης έμψυχου υλικού και πελατών.

      5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

     Το χωριό μας, όπως τούτο γίνεται καταφανές τόσον από τα στοιχεία που παραθέσαμε όσον και από τις μαρτυρίες των κατοίκων, ήταν ανέκαθεν μια αγροτική περιοχή, της οποίας η οικονομία στηριζόταν στην γεωργική ή κτηνοτροφική παραγωγή. Κάποτε, όπως τα στοιχεία δείχνουν, ήταν μια αξιόλογη περιοχή όπου καλλιεργούνταν αρκετά είδη γεωργικών προϊόντων και παράλληλα υπήρχε αρκετά μεγάλος αριθμός οικόσιτων κυρίως ζώων.
     Η μεγάλη παραγωγή από γεωργικά και κυρίως κτηνοτροφικά προϊόντα που καταγράφεται τις παλαιότερες εποχές άρχισε να φθίνει, όπως και ο πληθυσμός του, από την δεκαετία του 1970, οπότε αρχίζουν να εμφανίζονται σε μεγάλο βαθμό τα πρώτα κύματα εσωτερικής κυρίως μετανάστευσης. Τα μεγάλα αστικά κέντρα της περιοχής αλλά κυρίως η Αθήνα απορρόφησε τον μεγαλύτερο αριθμό πληθυσμού από το χωριό μας.
     Σήμερα η παραγωγή του χωριού εντοπίζεται κυρίως στο ελαιόλαδο ενώ κατά τα άλλα αφ’ ενός μεν η συρρίκνωση του πληθυσμού και οι λιγοστοί  υπέργηροι κάτοικοι του χωριού που δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις ανάγκες μιας καλλιέργειας, αφ’ ετέρου δε η συνεχώς ανερχόμενη ανταγωνιστικότητα των αγροτικών προϊόντων με άλλες περισσότερο προσοδοφόρους περιοχές έφεραν την σχεδόν ολοκληρωτική εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής του Καλλιανίου και της ευρύτερης περιοχής. 
     Το μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο. Ο χρόνος θα δείξει.






0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου